Μονή Αγίας Παρασκευής

Γεώργιος Δ. Μυλωνάς, Το Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, Νομαρχιακή Αυτδιοίκηση Κοζάνης, Κοζάνη 2005

 

Κείμενο: Το Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής

Παράρτημα: Έγγραφα 1-18 | Έγγραφα 19-22 | Έγγραφα 23-27 | Έγγραφα 28-29

 

Εισαγωγή

Όλοι από κάπου κρατάμε. Κάπου γεννηθήκαμε, κάπου μεγαλώσαμε, κάπου αλλού ίσως ανατραφήκαμε. Όλοι μας έχουμε το δικό μας ιστορικό. Ο καθένας έχει κάτι το δικό του. Τον κόσμο του, τις αξίες του, τα προβλήματά του. Τι ποιο φυσικό από όλα αυτά. Έτσι και ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου. Έχει το δικό του κόσμο και τη δική του ιστορία. Από μικρός περιέτρεχε τα χωριά της περιοχής για να μάθει κάποια γράμματα, όπως του έλεγε τότε ο πατέρας του. Πέρασε δύσκολες στιγμές στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Ήταν τότε μόνο επτά χρονών και ο πατέρας του ήθελε να του μάθει λίγα γράμματα. Η πρώτη χρονιά στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού πέρασε ανώδυνα, αν και ο ίδιος δεν θυμάται σχεδόν τίποτε. Τη δεύτερη χρονιά άρχισαν τα προβλήματα. Ήταν το καλοκαίρι του 1948. Το Σεπτέμβρη άνοιγαν τα σχολεία και έπρεπε όλα τα παιδιά να πάνε στο σχολείο. Δάσκαλος όμως δεν υπήρχε στο χωριό. Τότε οι μεγάλοι έλεγαν στους μικρούς ότι ο δάσκαλος πήγε στρατιώτης και τα παιδιά θα μένανε χωρίς σχολείο. Τα παιδιά αυτά τα πράγματα δεν τα καταλαβαίνουν. Τι θα πει ότι ο δάσκαλος θα πάει στρατιώτης. Δεν υπάρχουν άλλοι να πάνε. Γιατί να πάει ο δάσκαλος και να αφήσει τα παιδιά χωρίς σχολείο.

Χωρίς να καταλάβει καλά – καλά το παιδί των οχτώ χρονών τι του γίνεται βρίσκεται ένα πρωινό του Σεπτέμβρη στη Λευκοπηγή, όπου υπήρχε δάσκαλος. Την πρώτη εβδομάδα όλα πήγαν καλά. Μια πλάκα, ένα πλακοκόνδυλο, ένα τετράδιο και ένα μολύβι μαύρο και ένα σακκούλι, που το είχε κάνει η μάνα του με κάτι κεντήματα παράξενα απέξω. Όλα μέσα και έπαιρνε το δρόμο με το Λάμπρο, το Ζήση, το Γιώργο και τραβούσαν για το Βελίστι. Ο καιρός ήταν καλός και, κάθε πρωί με τα πουλάκια να κελαηδούν, χαρούμενα και γελαστά έτρεχαν για να μάθουν γράμματα. Ο πατέρας του όμως ήξερε κάτι από γράμματα. Είχε υπηρετήσει την πατρίδα στη Σμύρνη κατά τον Μικρασιατικό Πόλεμο και εκεί έμαθε λίγα γράμματα και λίγη βυζαντινή μουσική στην Αγία Φωτεινή και κάνοντας κάποιο υποτυπώδη έλεγχο στα γραπτά του παιδιού του, έβλεπε ότι ο δάσκαλος της Λευκοπηγής ήταν, κατά τη γνώμη του, ανεπαρκής.

Την άλλη εβδομάδα ο μικρός βρέθηκε στο Πρωτοχώρι, στο παλαιό Πορτοράζι, όπου είχε γεννηθεί ο παππούς του. Εδώ όμως δεν γινόταν να πηγαινοέρχεται και έπρεπε να μείνει σε κάποιο σπίτι. Είχε ένα καλό φίλο ο πατέρας του μικρού, το Στάθη Παρχαρίδη, και τον βάζει το μικρό με τα δικά του παιδιά να πηγαίνει στο σχολείο. Δεν περνάνε δυο μήνες και ο δάσκαλος του Πρωτοχωρίου έπρεπε να φύγει και εκείνος για το μέτωπο. Γιατί η πατρίδα κινδύνευε, όπως τους έλεγαν, και έπρεπε να τρέξει να βοηθήσει και εκείνος. Οι μέρες που έμεινε στο Πρωτοχώρι ο μικρός έμειναν πολύ βαθιά χαραγμένες στην ψυχή του, γιατί έζησε σε ένα περιβάλλον διαφορετικό από εκείνο που ζούσε πριν. Το γλωσσικό ιδίωμα των παιδιών ήταν άλλο, τα φαγητά ήταν διαφορετικά, τα φερσίματα επίσης, ο κόσμος άλλος. Οι πρώτες εντυπώσεις δεν ήταν καλές. Αλλά σύντομα όλα άλλαξαν. Από τη δεύτερη εβδομάδα κιόλας ο μικρός είχε προσαρμοστεί σε όλα . Στη γλώσσα, στα φαγητά, στις παρέες. Μια καινούργια κουλτούρα έμπαινε μέσα του, που την κρατάει ακόμη. Μακάρι να μην έφευγε ο δάσκαλος!

Μέσα στο Νοέμβριο ο μικρός βρίσκεται στον Κρόκο. Εκεί υπάρχει μια πρώτη ξαδέρφη του πατέρα του, η Μαρία του Τσιρώνα από τη Λευκοπηγή, και τον πάει στο σπίτι της. Και άλλα παιδιά υπάρχουν εδώ από την Αιανή για τον ίδιο σκοπό. Λίγο μετά έρχεται στον Κρόκο και ο Ζήσης, που λίγο πριν πήγαιναν μαζί στη Λευκοπηγή. Ο μικρός ξαναγυρίζει στην ίδια κουλτούρα του χωριού του και αυτό το κατάλαβε αμέσως. Στο Πορτοράζι ήταν καλύτερα! Τώρα αρχίζει μια νέα ζωή. Νέες παρέες, νέα ήθη, νέοι δάσκαλοι. Πολλοί δάσκαλοι στον Κρόκο. Ο μικρός στη Δευτέρα τάξη έχει μια δασκάλα μαυροφορεμένη, αλλά πολύ χαριτωμένη. Τον εμπνέει και τον βοηθάει πολύ αυτό να διαβάζει περισσότερο και να λένε και στον πατέρα του καλά λόγια. Τα Σάββατα έρχεται ο πατέρας του από την Αγία Παρασκευή, φέρνει κάποια πράγματα, φαγώσιμα και τα ρούχα του μικρού και πολλές φορές  τον παίρνει στα καπούλια της φοράδας και μέσα από την Καρυδίτσα τον πάει στο χωριό να ιδεί τα άλλα αδέρφια του και τους φίλους του.

Μια φορά ήρθε ο πατέρας του μικρού στον Κρόκο από την Παρασκευή το βράδυ. Έμεινε και αυτός στην ξαδέρφη του και την άλλη μέρα, Σάββατο είδε τη δασκάλα του μικρού πρωί – πρωί, άκουσε τα καλά λόγια της, χάρηκε πολύ, πήρε άδεια από το σχολείο για τον μικρό και μαζί φύγανε για το χωριό τους. Πέρασαν την Καρυδίτσα, πέρασαν τον κάμπο και πήραν τον κατήφορο προς το μεγάλο ρέμα του μύλου τους. Απέναντι ακριβώς βρίσκεται ο λόφος της εκκλησίας του χωριού. Ο λόφος της Αγίας Παρασκευής, το δασάκι των βελανιδιών. Από εκεί μέσα ακούονταν πυροβολισμοί και κάπου φαίνονταν και μικρές φωτιές, που έβγαζαν τα όπλα. Ο πατέρας του μικρού κάτι υποψιάζεται. Κάποιοι κυνηγούν κάποιους, του λέει. Ξαφνικά εμφανίζονται άλογα, που έτρεχαν προς τα πάνω με πολλούς ανθρώπους. Κάποιοι ήταν πεζοί και έτρεχαν λαχανιασμένοι. Οι σφαίρες άρχισαν να τους πλησιάζουν. Τις ακούνε να σφυρίζουν, να βρίσκουν τα άλογα και εκείνα να κλωτσούν. Ο πατέρας του μικρού γυρίζει πίσω, λέει στο γιο του να κρατηθεί καλά, και δίνοντας μια γερή βιτσιά τη φοράδα, γρήγορα έφτασε και πάλι στον κάμπο.

Πάνω στον κάμπο μαζεύονται αρκετοί χωριανοί και μετρούν τις «απώλειές τους». Όλοι τους είναι καλά. Κάποια άλογα ήταν χτυπημένα στα πόδια τους, που έτρεχαν αίματα. Ο πατέρας του μικρού, αναγνώστης στην Αγία Παρασκευή, τους λέει «η Αγία μας βοήθησε και δεν πάθαμε τίποτε».

Το αίνιγμα είχε μπει στη ψυχή του μικρού, που από τότε δεν το λησμόνησε ποτέ. Τελείωσε το Δημοτικό, το Γυμνάσιο, το Πανεπιστήμιο, πήγε στρατιώτης, σαν τον πατέρα του, όχι βέβαια στη Σμύρνη, αλλά στην Κύπρο, γύρισε στην πατρίδα και έγινε δάσκαλος. Δίδαξε σε πολλά Γυμνάσια και Λύκεια και μετά πήγε σε άλλα κράτη, που ζουν Έλληνες και έμαθε και στα παιδιά εκείνων γράμματα και τώρα μεγάλος και τρανός πήρε τη μεγάλη απόφαση να ξοφλήσει το χρέος, που μια ζωή τον κυνηγούσε. Χρέος μεγάλο στην Αγία Παρασκευή, στην Αγία του χωριού του, που τόσα και τόσα διηγούνται οι κάτοικοί της για τα θαύματα και τα γιατρέματα στους πιστούς της.

Έτσι ξεκίνησε η συγγραφή αυτού του βιβλίου, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια προσφορά απέραντης αγάπης προς την Αγία Παρασκευή, ένα χρέος και ένα γραμμάτιο, που τώρα εξοφλείται με πανωτόκια τεράστια, γιατί ίσως έπρεπε να είχε ξοφληθεί νωρίτερα. Ένα αντίδωρο λατρείας προς την Αγία του χωριού του άλλοτε μικρού, που του χάρισε δυο παιδιά στην ξενιτιά να γεννηθούν και τα δυο μέρα Παρασκευή. Ίσως είναι σύμπτωση, ίσως είναι τυχαίο. Για τον ίδιο και τη γυναίκα του είναι θαύμα! Σαν εκείνο, που του συνέβη του μικρού ένα ηλιόλουστο Σαββατιάτικο πρωινό του Μαρτίου του 1949!