ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΜΠΟΥΡΙΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 1951 – ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1878

Είσοδος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, Χρώμιο Κοζάνης

Ήταν Τετάρτη, 28 Μαρτίου του 1962. Μια μέρα σαν όλες τις άλλες στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Η άνοιξη ακόμη δεν είχε κάνει την εμφάνισή της παρόλο που ο Μάρτης βρισκόταν στις τελευταίες μέρες του. Ο βαρδάρης δεν έλεγε να εγκαταλείψει την πόλη και το κρύο ήταν διαπεραστικό, αλλά και η υγρασία της πόλης σου τρυπούσε τα κόκαλα. Όλος ο κόσμος πήγαινε στις δουλειές του για τον επιούσιο. Οι φοιτητές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από νωρίς άλλοι κατέβαιναν από τις Σαράντα Εκκλησιές και την Άνω Πόλη, άλλοι ανέβαιναν από τη Τούμπα και τη Χαριλάου και άλλοι κατέφθαναν από τα δυτικά της πόλης στο κέντρο, όπου ήταν το Πανεπιστήμιο για να παρακολουθήσουν τις παραδόσεις κάποιου καθηγητή τους ή να προλάβουν κάποια θέση στα σπουδαστήρια.

Οι φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής είχαν το προνόμιο να κατέχουν το κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου με την επιβλητική πρόσοψη του νεοκλασικού κτίσματος. Γύρω στις εννέα το πρωί οι θέσεις στα σπουδαστήρια ήταν όλες κατειλημμένες. Στο ισόγειο του κτιρίου στα αριστερά της εισόδου βρίσκονταν το σπουδαστήριο της Aρχαιολογίας, όπου συχνότατα διαβάζαμε, και στα δεξιά στη νοτιοανατολική γωνία το σπουδαστήριο της Λαογραφίας. Στο τελευταίο συχνά πυκνά βλέπαμε μια ολύμπια μορφή. Έναν ψηλό, ευθυτενή και αγέλαστο γέροντα με κάτι χαρακτηριστικά γυαλιά στα μάτια. Από τους παλαιότερους συναδέλφους μαθαίναμε ότι ήταν ο ομότιμος καθηγητής της Λαογραφίας Στίλπων Κυριακίδης. Πολλά μας έλεγαν για τον θαλερό γέροντα με την μεγαλοπρεπή κορμοστασιά, για την κοφτερή κρίση και την απέραντη μνήμη του. Για τον πανεπιστημιακό δάσκαλο, που δίδαξε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο από την ίδρυσή του, από το 1926, μέχρι το 1957 που συνταξιοδοτήθηκε και έβαλε τις βάσεις του νέου Πανεπιστημίου στον βορειοελ-λαδικό χώρο στις επιστήμες της Λαογραφίας και της Ιστορίας.

Την ημέρα εκείνη, λοιπόν, την Τετάρτη 28 Μαρτίου 1962, κυκλοφόρησε μεταξύ των φοιτητών της Φιλοσοφικής η είδηση, ότι το απόγευμα θα δινόταν διάλεξη στο μέγαρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών από τον Πρόεδρό της, τον Στίλπωνα Κυριακίδη με θέμα «Σύντομος επισκόπησις της Ιστορίας του Μακεδονικού Αγώνος». Οι πληροφορίες προέρχονταν από το Σπουδαστήριο της Λαογραφίας, όπου εργαζόταν η κόρη του καθηγητή ως βοηθός του Σπουδαστηρίου, η κυρία Άλκηστη Κυριακίδου – Νέστορος. Και έλεγαν ότι ο Μεγάλος Δάσκαλος θα έκανε σπουδαίες ανακοινώσεις και θα έφερνε στο φως νέα στοιχεία για την ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα, που είχαν σχέση με τη Δυτική Μακεδονία. Σαν τι στοιχεία να έφερνε άραγε ο Καθηγητής, που ήταν άγνωστα; Οι συζητήσεις άρχισαν να παίρνουν έκταση και μεταξύ μάλιστα των δυτικομακεδόνων φοιτητών ήταν θέμα τιμής η παρακολούθηση της διάλεξης, αλλά και υποχρέωσής μας για να γνωρίσουμε τα νέα στοιχεία του Μακεδονικού Αγώνα, που είχαν κάνει οι παππούδες μας.

Όλο εκείνο το πρωινό, μετά την ανακοίνωση της απογευματινής διάλεξης, δεν μπόρεσα να ησυχάσω. Είχα συγκλονιστεί ολόκληρος και κάποιες στιγμές η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ στο διάβασμα. Οι σκέψεις μου πετούσαν στο χωριό που γεννήθηκα και στην Κοζάνη όπου τελείωσα το Γυμνάσιο. Έφερνα στη μνήμη μου όσα είχα ακούσει για το Μακεδονικό Αγώνα στο σπίτι μου και στο σχολείο. Τι καινούργιο θα άκουγα, που δεν το ήξερα; Είχα την προαίσθηση ότι θα άκουγα κάτι σπουδαίο για τον παππού μου, το Μάρκο το Μυλωνά, που είχε κάνει Δάσκαλος και Αναγνώστης στο χωριό του, την Αγία Παρασκευή Κοζάνης, παρότι ολιγογράμματος, και είχε πάρει μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα. Μου είχε καρφωθεί στο μυαλό ότι θα άκουγα κάτι σαν εκείνα που άκουγα από μικρός για το Μεγάλο Αγώνα κατά των Τούρκων και Βουλγάρων κομιτατζήδων, αλλά δεν το έγραφαν οι Ιστορίες στα σχολεία. Εκείνα που μου διηγούνταν σαν παραμύθι ο παππούς μου.

 Στη σκέψη μου στριφογύριζαν όλοι οι παππούδες του χωριού μου, που πήραν μέρος στο Μεγάλο Μακεδονικό Αγώνα. Ο Παπαντώνης σα σύνδεσμος με τα μέλη της Επιτροπής, ο Βαγγέλης Καραμπέρης και ο Κώτσιος Λαμπρόπουλος, ο Καμπούρης, όπως τον έλεγαν, σα μεταφορείς όπλων από τα Τρίκαλα. Ο παππούς μου και τα ξαδέρφια του, ο Θόδωρος Μαρκόπουλος και ο Θανάσης Μαρκόπουλος, ο ξακουστός Μαρκονάτσιος με το νεαρό τότε γιο του, το Μαρκομπέη (Γιάννη Μαρκόπουλο), σαν έμπιστα πρόσωπα του Αγώνα, που έκρυβαν τα όπλα στο ασκηταριό της παλαιάς εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής μέσα στα δέντρα, και από εκεί τα προωθούσαν προς τα χωριά της Καστοριάς. Ανάμενα να ακούσω κάτι για τον Καλαμπουκογιώργο, τον πρώτο άρχοντα του χωριού, τον Χλιαροτζιώνα, που πέθανε στις φυλακές στο Μοναστήρι (Μπίτολα) στα 1904. Περίμενα να ακούσω κάτι για τα χωριά μας, τα χωριά του Τσαρσιαμπά, που ποτέ δεν έσκυψαν το κεφάλι στους Τούρκους και τους Βουλγάρους.

Το μεσημέρι έφαγα στη φοιτητική λέσχη και πήγα γρήγορα στο σπίτι που νοίκιαζα. Ένα παλιό, αλλά καλοσυντηρημένο σπίτι στην Ηροδότου 21. Ακριβώς απέναντι από την είσοδο του Αγίου Νικολάου του Ορφανού, μιας πανέμορφης μικρής εκκλησίας του 14ου αιώνα με ωραιότατες τοιχογραφίες. Αμέσως ανακοίνωσα στους συμπατριώτες συμφοιτητές των άλλων σχολών, που μέναμε μαζί, για την απογευματινή διάλεξη. Ο Αντωνάκης από τον Κρόκο άρχισε να διηγείται για τους Μακεδονομάχους του χωριού του. Ο Θύμιος από την Κοζάνη για τη μεγάλη προσφορά της Κοζάνης και ιδιαίτερα για την απόφαση του Παύλου Μελά να έρθει και να πεθάνει στα μέρη μας. Ο Λάμπρος, ο μεγαλύτερος της παρέας μας, πήρε το λόγο και μας διηγούνταν όσα είχε ακούσει από τη γιαγιά του, την Αποστόλαινα του Θανασιά, που είχε κατέβει στο χωριό μας από την Πυρσόγιαννη της Ηπείρου. Από το διπλανό σπίτι, ακούγοντας την έντονη συζήτηση, ήρθε και ο Ηλίας από το Οροπέδιο των Γρεβενών και άρχισε και κείνος να ξεδιπλώνει τις δικές του διηγήσεις για τους Μακεδονομάχους των χωριών των Γρεβενών.

Το απόγευμα ξεκινήσαμε όλοι νωρίς για να πιάσουμε θέση στη μεγάλη αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, γιατί προβλεπόταν μεγάλη κοσμοσυρροή. Κατεβήκαμε από την Αποστόλου Παύλου, περάσαμε μπροστά από το Τουρκικό Προξενείο και μέσα από την Μελενίκου διασχίζοντας κάθετα την Εγνατία βαδίσαμε γρήγορα τη Βασιλίσσης Σοφίας (σήμερα Εθνικής Άμυνας) και φτάσαμε στο Μέγαρο της Εταιρείας, απέναντι από το Λευκό Πύργο. Πράγματι η αίθουσα είχε γεμίσει από φοιτητές, αλλά και άλλους πολλούς Θεσσαλονικείς. Όλοι μας περιμέναμε με πολλή ανυπομονησία να εμφανιστεί ο ομιλητής και να ανακοινώσει τα νέα στοιχεία για το Μακεδονικό Αγώνα και να λύσει τις απορίες μας.

Στίλπων Π. Κυριακίδης (1887-1964)

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο Γραμματέας της Εταιρείας, ο Αλέξανδρος Λέτσας, για να παρουσιάσει τον ομιλητή και να κάνει μια μικρή ανακοίνωση για το θέμα της διάλεξης. Τον ομιλητή βέβαια όλοι τον ήξεραν και δεν χρειαζόταν παρουσίαση. Αμέσως στο βήμα ανέβηκε ο Μεγάλος Καθηγητής και κάνοντας μια μικρή εισαγωγή εκτός κειμένου είπε ότι θα αρχίσουν από σήμερα μια σειρά διαλέξεις στο Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου, ένα νέο τμήμα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, σχετικά με το Μακεδονικό Ζήτημα, που οι βόρειοι γείτονές μας άρχισαν τελευταία να ανακινούν. Ανοίγοντας τα χαρτιά του ο ομιλητής μας είπε κάποια πράγματα εισαγωγικά για τους βόρειους γείτονές μας, που τελευταία άρχισαν να αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες των Σκοπίων και επέμεινε στη λαϊκή παροιμία:  «ο κακός ο χρόνος διαβαίνει, ο κακός ο γείτονας πάντα μένει».

Συνεχίζοντας παρακάτω έφτασε στα γεγονότα της Βουλγαρικής Εξαρχίας του 1870, στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78 και τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, που δημιουργούσε τη Μεγάλη Βουλγαρία. Αμέσως τον βλέπουμε να αλλάζει τη φωνή του και να λέει κατά λέξη τα εξής: «Η συνθήκη αύτη ευτυχώς δια την Ελλάδα ανετράπη πρωτοστατούσης της Αγγλίας, αντικατεστάθη δε δια της Βερολινείου, δια της οποίας αντί της Μεγάλης Βουλγαρίας ιδρύθη ηγεμονία της Βουλγαρίας, υποκειμένη υπό τον Σουλτάνον και περιλαμβάνουσα τα μεταξύ Αίμου και Δουνάβεως εδάφη, και παρ’ αυτήν αυτόνομος επαρχία υπό ηγεμόνα χριστιανόν, διοριζόμενον υπό του Σουλτάνου, περιλαμβάνουσα την Βόρειον Θράκην, ονομασθείσαν Ανατολικήν Ρωμυλίαν».

Ξαφνικά αφήνει τα χειρόγραφά του και για δυο λεπτά περίπου προσπαθεί να βρει κάτι σε κάποια άλλα χαρτιά που έχει δίπλα του. Η σιγή μέσα στην αίθουσα είναι νεκρική. Ούτε ανάσα δεν ακούγεται. Τα μάτια όλων είναι εστραμμένα προς τον ομιλητή. Τα αυτιά είναι τεντωμένα και περιμένουν να ακούσουν κάτι νέο. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι ήρθε η ώρα που θα ακούγαμε κάτι σπουδαίο, κάτι που θα ακούγονταν για πρώτη φορά. Ο Καθηγητής αρχίζει να μιλάει από στήθους λέγοντας περίπου τα εξής: «Πώς όμως επιτεύχθηκε η αλλαγή της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου; Μόνον δια της διπλωματικής οδού; Μόνον δια των ενεργειών της Αγγλίας, η οποία διέβλεπεν επικίνδυνον κάθοδον της Ρωσίας εις την Μεσόγειον; Ασφαλώς όχι! Νέα στοιχεία έρχονται εις το φως τα τελευταία χρόνια, τα οποία μας πληροφορούν ότι σοβαρά επαναστατικά κινήματα έλαβον χώραν εις την περιοχήν του Λιτοχώρου και της Δυτικής Μακεδονίας κατά το 1878. Πριν από δύο έτη οι κληρονόμοι της οικογενείας του μεγάλου πολιτικού Στεφάνου Δραγούμη, από το Βογατσικόν της Καστορίας, εδώρισαν το οικογενειακόν των αρχείον εις την Γεννάδειον Βιβλιοθήκην των Αθηνών. Εις το αρχείον αυτό περιέχονται πολλά βιβλία και έγγραφα των Δραγούμηδων. Συγκεκριμένα εις το προσωπικόν αρχείον του Στεφάνου Δραγούμη ανήκει και το υλικόν, το οποίον αναφέρεται εις την επανάστασιν της Νοτίου και Δυτικής Μακεδονίας εις τα 1878. Το υλικόν αυτό ο κ. Φίλιππος Δραγούμης, υιός του Στεφάνου, επέτρεψε να το εκδώσει το Ίδρυμα Μελετών του Χερσονήσου του Αίμου, διότι τα γεγονότα αυτά της Εθνικής μας Ιστορίας αναφέρονται εις την Μακεδονίαν».

Κοιτάζει τα χαρτιά του και διαβάζει μεγαλόφωνα και όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις του: «Και εν ταις Επαρχίαις Καστορίας, Κοζάνης, Σερβίων και Ανασελίτσης εξακολουθούσιν αι ενέργειαι. Εν Καστορία τα πρωτίστως εργαζόμενα προ ικανού χρόνου πρόσωπα είναι ο Ιωάννης Σώμος ιατρός, ο Θεόδωρος Σκούταρης και ο Παύλος Φίτσος, έμποροι εύποροι αμφότεροι. Τα αυτά πρόσωπα εργάζονται και εν Σιατίστη και Βλάστη μετά του εν τω ελληνικώ στρατώ αξιωματικού Δημητριάδου και του Αποστόλου Σαχίνη. Συμπράττει και ο Μητροπολίτης Καστορίας. Εν τη Επαρχία Κοζάνης τα πρωτίστως εργαζόμενα πρόσωπα είναι ο Ιωάννης Τσιμηνάκης ιατρός , ο Αναστάσιος Πηχεών διδάσκαλος, αμφότεροι πολίται Έλληνες, και ο Ιωάννης Γουβεδάρος εύπορος ανήρ. Μετ’ αυτών συμπράττει και ο Μητροπολίτης Κοζάνης. Κυρίως αι ενέργειαι γίνονται εις τα χωρία Κάλεν, Καισαριά, Βιλίστα, Ραδοβίστα, Βάντσα, Σπούρτα, Κερασιά και Χτένι. Πανταχού περιμένουσιν ανυπομόνως τα επαναστατικά σώματα και καιρόν ηπιώτερον, όπως αναπτυχθή η συγκοινωνία μετά των ορέων και των ορεινών χωρίων».

Αφήνει τα χαρτιά, που διάβαζε με δυσκολία, και συνεχίζει από στήθους: «Σας ανέγνωσα εν τμήμα εγγράφου του Προξενείου Μοναστηρίου της 10ης Φεβρουαρίου του 1878, το οποίον αναφέρεται εις την εξέγερσιν των Δυτικομακεδόνων. Όλα αυτά θα δημοσιευθούν συντόμως και θα προσθέσουν νέα στοιχεία εις τον Μεγάλο Μακεδονικό Αγώνα».

Ξαναγυρίζει στο κανονικό του χειρόγραφο και συνεχίζει την ομιλία του εξιστορώντας τα γεγονότα μέχρι το 1900, οπότε εμφανίζεται ο Παύλος Μελάς και επιμένει στη μεγάλη θυσία του νεαρού Έλληνα αξιωματικού, γαμπρού του Στεφάνου Δραγούμη στη θυγατέρα του Ναταλία. Περιγράφει τα γεγονότα μέχρι την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Τούρκους με τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 και καταλήγει με τα εξής: «Δια των αγώνων τούτων έληξε και έπρεπε να λήξει ο περί την Μακεδονίαν αγών. Και δι’ ημάς μεν έληξε, μολονότι αρκεταί πόλεις ελληνικώταται και πληθυσμοί επίσης ελληνικοί έμειναν εκτός των ορίων της ελευθέρας πατρίδος, δεν έληξεν όμως δια τους κακούς γείτονας:

 « Ο κακός ο χρόνος διαβαίνει, ο κακός ο γείτονας πάντα μένει».

Και εις τους δύο παγκοσμίους πολέμους οι Βούλγαροι συνταχθέντες προς τους εχθρούς της Ελλάδος εισέβαλον εις τα ελληνικά μακεδονικά και θρακικά εδάφη και εκακούργησαν παντοιοτρόπως κατά των δυστυχών κατοίκων. Μετά τον Β΄ πόλεμον και την ίδρυσιν της Νοτιοσλαβικής Ομοσπονδίας, όσοι Βούλγαροι ευρίσκονται εντός αυτής, μετονομάσαντες εαυτούς εις Μακεδόνας και ιδρύσαντες την Δημοκρατίαν της Μακεδονίας του Αιγαίου, εξακολουθούν ακόμη να εγείρουν ιταμώτατα αξιώσεις επί των ελληνικών εδαφών και πληθυσμών. Τα όρια λέγουν της Μακεδονίας ευρίσκονται εις το Αιγαίον. Ας τους υπενθυμίσωμεν ότι τα μεν νότια όρια της Μακεδονίας του Αλεξάνδρου, της Ελληνικής Μακεδονίας, ευρίσκονται όντως εις το Αιγαίον, αλλά τα βόρεια ευρίσκονται ολίγον κάτωθεν της πρωτευούσης των, των Σκούπων της Δαρδανίας. Οι Έλληνες υπήρξαν πάντοτε καλοί και υπομονετικοί γείτονες, γνωρίζουν όμως πολύ καλά να αμύνωνται κατά των κακών, όταν άρχωσιν ούτοι χειρών αδίκων».

Τελειώνει η ομιλία και όλη η παρέα αλληλοκοιταζόμαστε χωρίς να λέμε τίποτε. Ποιο ήταν τέλος πάντων το καινούργιο στοιχείο, που μας είπε ο Μεγάλος Καθηγητής! Μόνο που ακούσαμε να αναφέρονται το όνομα της Κοζάνης, κάποια ονόματα Κοζανιτών και του Μητροπολίτη και τα ονόματα κάποιων χωριών της περιοχής μας. Τι έκαναν αυτοί οι Κοζανίτες με το Μητροπολίτη τους, αλλά και τα χωριά που ακούστηκαν τι έκαναν και τι προσφέρανε; Τίποτε το συγκεκριμένο δεν ακούσαμε. «Γίνονται κάποιες ενέργειες σε κάποια χωριά», ακούσαμε. Σίγουρα για κάποια επανάσταση, αλλά πού και πώς;

Ακολουθούμε την ουρά που σχηματίζεται για να συγχαρούμε τον ομιλητή και ώσπου να φτάσω κοντά στον ομιλητή χίλιες σκέψεις και εικόνες περνούν από το μυαλό μου. Σφίγγοντας το χέρι του Καθηγητή του λέω: «Εγώ, κ. Καθηγητά, κατάγομαι από τα χωριά που αναφέρατε προηγουμένως και συγκεκριμένα από την Αγία Παρασκευή που είναι δίπλα από τη Σπούρτα (Καρυδίτσα), τη Βελίστα (Λευκοπηγή), τη Ραδοβίστα (Ροδιανή), την Κερασιά, την Αιανή και το Χτένι». Εκείνος αγέρωχος και σοβαρός μου απαντά αμέσως: «Οι δικοί σας οι παππούδες επολέμησαν εκεί επάνω εις τον Μπούρινον».

Βγαίνουμε έξω συλλογισμένοι και μερικοί ήμαστε κατακόκκινοι από την υπερένταση. Παίρνουμε λίγο θαλασσινό αέρα. Αναπνέουμε την αύρα του Θερμαϊκού και μπροστά στο πεζοδρόμιο του κτιρίου αρχίζουμε τη συζήτηση. Τι έγινε , βρε παιδιά! Τι καταλάβαμε; Και τι καινούργιο μάθαμε; Κάτι έγινε στην ιδιαίτερη πατρίδα μας το 1878, αλλά εμείς ούτε το ακούσαμε από κάποιον, ούτε το διαβάσαμε κάπου. Ούτε στο σχολείο ακούσαμε κάτι από τους δασκάλους ή τους καθηγητές μας.

Πήραμε την ανηφόρα για την Άνω Πόλη συζητώντας για τη διάλεξη και για πολλά άλλα που μας απασχολούσαν. Εμένα όμως το μυαλό μου έκανε πολλές σκέψεις και έφερνε στο προσκήνιο παλιές αναμνήσεις και διηγήσεις του παππού μου και άλλων γερόντων του χωριού μου. Βάδιζα με τους άλλους συμπατριώτες, αλλά σχεδόν ήταν σαν να περπατούσα μόνος. Οι συνάδελφοι το πήραν είδηση και άρχισαν τα πειράγματα. Πράγματι ήμουνα εντελώς μόνος, ενώ βαδίζαμε όλοι μαζί. Η τελευταία φράση του Καθηγητή ηχούσε στα αφτιά μου παράξενα. «Οι δικοί σας οι παππούδες επολέμησαν εκεί επάνω εις τον Μπούρινον». Στο Μπούρινο, ναι, εκεί πάνω στο βουνό πολέμησαν οι παππούδες μας! Αυτά κάπου τα άκουσα, κάποιος κάτι μου είπε κάποτε. Αλλά ποιος μου τα είπε; Ο παππούς μου, ο πατέρας μου, ή κάποιος άλλος παππούς από το χωριό μου; Το μυαλό μου ανασυντάσσει όλες τις παλαιές αναμνήσεις και διηγήσεις, που κατά καιρούς είχα ακούσει, και προσπαθώ να θυμηθώ τα παλαιά παραμύθια του παππού μου και τις διηγήσεις των άλλων γερόντων του χωριού. Δεν μπορώ όμως να θυμηθώ τίποτε! Είμαι ακόμη ζαλισμένος απ’ όσα άκουσα.

Έπεσα να κοιμηθώ με χίλιες σκέψεις στο μυαλό μου. Κάτι μου έλεγε ότι στον ύπνο μου θα θυμόμουνα όλα όσα είχα ακούσει για το Μπούρινο. Από την υπερένταση των γεγονότων και την κόπωση της ημέρας ο ύπνος με πήρε γρήγορα και στο όνειρο, που είδα, αντίκρισα το γέρο-Βασίλη από το χωριό μου να μου διηγείται μια παλαιά, μακρινή ιστορία πάνω στο Μπούρινο. Τότε που μαζί με τον πατέρα μου πήγαμε να πάρουμε το γάλα από το κοπάδι που βόσκαγε στον Απάνω Μπούρινο. Είδα το Βασίλη Χλιαρά, έναν βασανισμένο, κουρασμένο, αλλά θαλερό γέροντα, που πάντα εμάς τα παιδιά, καθώς βοσκούσαμε τα αρνάκια ή τα μεγάλα ζώα στα μπαΐρια κοντά στο μεγάλο του κοπάδι, μας διηγούνταν παλιές ιστορίες. Για τους κλέφτες και τους αρματολούς, τους ληστές και τους αντάρτες, για τους ήρωες του 21 και τα κατορθώματα τους. Ήταν σχεδόν μόνιμα βοσκός και, όπως έλεγε, η οικογένειά του είχε κατέβει από την Ήπειρο, από τα Χουλιαροχώρια μετά από πολλές περιπέτειες και ρίζωσε εδώ στο χωριό της Αγίας Παρασκευής, στο παλαιό μοναστήρι. Στο χωριό όλοι τον ήξεραν με το όνομα ο Βασίλης ο Γκρέκος. Πολλές φορές τον ρωτούσαμε γιατί τον έλεγαν έτσι, αλλά εκείνος δεν απαντούσε. Οι άλλοι συγχωριανοί μας εξηγούσαν ότι τον λέμε Γκρέκο, γιατί ξέρει πολύ καλά την Ιστορία, σα σωστός Έλληνας. Και δεν είχαν άδικο. Ο γέρο-Βασίλης ήταν πολύξερος, πολύ καλός αφηγητής και πολύ αγαπητός στα παιδιά. Το χάρισμα αυτό το κράτησε μέχρι τα βαθειά γεράματά του, που πέθανε 94 χρονών στα 1996.

Ξύπνησα τρομαγμένος και προσπάθησα να αναπλάσω στη μνήμη μου όσα μου είχε διηγηθεί ο σοφός γέρο-Βασίλης μια εντεκαετία πριν, όταν ήμουνα ένδεκα χρονών και είχα τελειώσει την Τετάρτη Δημοτικού. Εκεί πάνω στο Μπούρινο. Εκεί που πολέμησαν οι παππούδες μας, όπως μας είχε πει και ο Μεγάλος Καθηγητής το προηγούμενο βράδυ. Εκεί πάνω στο βουνό, ένα δειλινό, μου τα διηγήθηκε όλα αυτά, ενώ τα πρόβατα έβοσκαν και καθώς ο ήλιος κατέβαινε και πήγαινε να κρυφτεί πίσω από την ψηλότερη κορυφή του Μπούρινου.

Ήταν Ιούνιος μήνας του 1951. Τα δημοτικά σχολεία μόλις είχαν κάνει τις εξετάσεις τους. Τα μικρά παιδιά είχαν πάρει τα ενδεικτικά τους και το καλοκαίρι ήταν μπροστά τους να το χαρούν και να τρέξουν στα χωράφια ή στο βουνό για να βοηθήσουν τους γονείς τους. Αυτές ήταν τότε οι διακοπές τους! Άλλοι έτρεχαν κοντά στα κοπάδια βοηθώντας τους τσοπάνηδες γονείς στις μικροδουλειές τους, άλλοι πήγαιναν στα χωράφια και στα μπαχτσέδια για να συντρέξουν τις μάνες και τα μεγαλύτερα αδέλφια στις δουλειές τους και άλλοι βοσκούσαν τα γελάδια, μικρά και μεγάλα, ή φύλαγαν βοσκώντας τα αρνάκια και τα κατσικάκια, τα μανάρια, που δεν ακολουθούσαν το κοπάδι στο βουνό, στο Ζυγόστι ή στο Μπούρινο.

Μια απ’ αυτές τις τελευταίες μέρες του Ιουνίου μετά τις εξετάσεις και από βραδύς ο πατέρας με ειδοποίησε ότι την επόμενη μέρα θα ανεβαίναμε στο Μπούρινο για να πάρουμε το γάλα. Ήταν η σειρά μας. Τα λίγα προβατάκια, που είχαμε, τα βοσκούσαν στο Μπούρινο δυο αδέρφια, ο Χαρίσης και ο Μήτσιος Χλιαράς. Παιδιά του Χλιαρογιάννη, του Τζάνη, όπως τον έλεγαν από την Αμερική, όπου είχε πάει να καζαντίσει. Παντρεμένοι και οι δυο τους με παιδιά στην ηλικία μου. Τη μια βδομάδα ανέβαινε στο βουνό ο ένας, την άλλη ο άλλος. Το κοπάδι δεν ήταν όλο δικό τους, αλλά για να το συμπληρώσουν έπαιρναν με «ρόγα» και τα πρόβατα και άλλων συγχωριανών τους.

Η μάνα μου έκανε τις ετοιμασίες από το βράδυ. Ετοίμασε τα μπετόνια, όπου θα βάζαμε το γάλα, τα έπλυνε πολύ καλά με ζεματιστό νερό, έπλυνε και τις τσαντήλες για να στραγγίσουμε το γάλα μετά το άρμεγμα, έκανε φαγητό για τον τσοπάνο και για μας και γέμισε ένα τορβά με φρούτα της εποχής από το κτήμα μας στο μύλο του Παπακωνσταντίνου. Λίγα μήλα φιρίκια πράσινα, λίγα βερίκοκα, λίγα ξανθά και κόκκινα κεράσια, λίγα πρώιμα δαμάσκηνα και αχλάδια και αρκετά κορόμηλα, που είχαμε άφθονα. Τα φρούτα τον καιρό εκείνο ήταν σπάνια και θα ευχαριστούσαμε τον τσοπάνο με το παραπάνω. Ο πατέρας ετοίμασε τα ζώα, την ψαριά φοράδα και το κόκκινο γέρικο άλογο. Τα τάγισε καλά από το βράδυ από ένα σακούλι με κριθάρι και ένα δεμάτι φρέσκο χορτάρι. Την άλλη μέρα θα είχαν πολύ δρόμο, ανηφορικό και δύσβατο, και έπρεπε να είναι καλά ταϊσμένα για να αντέξουν τη δοκιμασία στο βουνό. Ήταν μαθημένα μόνο στον κάμπο, να οργώνουν και να κουβαλάνε γεωργικά προϊόντα ή ξύλα για καύσιμη ύλη στο σπίτι ή να κουβαλάνε εμάς στις διάφορες ασχολίες μας.

Εμένα η χαρά δεν περιγραφόταν, όταν ο πατέρας μου ανακοίνωσε ότι θα ανεβαίναμε στο Μπούρινο για να πάρουμε το γάλα. Κοιμήθηκα νωρίς, γιατί το πρωί θα σηκωνόμασταν βαθειά χαράματα. Ο πατέρας έλεγε ότι ο ήλιος έπρεπε να μας βρει στα έλατα της Ροδιανής. Με τον μικρότερο αδερφό μου, το Γιάννη, άρχισαν τα μαλώματα, γιατί ο πατέρας να πάρει εμένα και όχι εκείνον. Η μάνα μας με τον τρόπο της και τα γλυκόλογα έπεισε το Γιάννη ότι εγώ ήμουν μεγαλύτερος και θα μπορούσα να βοηθήσω καλύτερα τον πατέρα στις δουλειές του στο βουνό. Εγώ θα μπορούσα να κουβαλήσω το γάλα με τα καρδάρια από μια μεριά και να το πάω στην άλλη. Θα μπορούσα να «λαλήσω» καλύτερα τα πρόβατα κατά το άρμεγμα και θα κρατούσα σταθερά τις τσαντήλες στο στράγγισμα για να μη πέσει τίποτε μέσα στο γάλα. Ακόμη ότι ήμουν αρκετά μεγάλος για να βοηθήσω τον τσοπάνο στο απογευματινό ξεκίνημα του κοπαδιού για το πότισμά του στις «κουπάνες» και το βραδινό βόσκημα στις γύρω ρεματιές.

Ξυπνήσαμε νωρίς και αμέσως οι γονείς μου φόρτωσαν όλα τα απαραίτητα στα ζώα και ξεκινήσαμε για το βουνό. Μαζί μας θα έρχονταν και ο Χαρίσης, ο ένας από τους βοσκούς για να ξεσυναλλάξει τον αδερφό του. Εκείνος ανέβηκε στο Ντουρή μας και ο πατέρας αφού με έβαλε στα καπούλια της φοράδας ανέβηκε και κείνος. Ήταν ακόμη νύχτα. Καλά-καλά δεν βλέπαμε τίποτε γύρω μας. Ξεκινήσαμε από το χωριό με κάποια βιασύνη, γιατί έπρεπε να φτάσουμε νωρίς στο Μπούρινο, πριν πιάσει η μεγάλη ζέστη και τότε θα ήταν δύσκολο το άρμεγμα.

 Ο πατέρας με το γείτονα Χαρίση συζητούσαν στο δρόμο για πολλά και διάφορα θέματα, αλλά συγχρόνως βίτσιζαν και τα ζώα να περπατούν γρήγορα. Περάσαμε τα ισιώματα του χωριού μας και μπήκαμε στα χωράφια της Ροδιανής. Κοντά στη γέφυρα, που στρίβει ο δρόμος για την Αιανή, ο πατέρας θυμήθηκε το δυσάρεστο γεγονός με τη νάρκη που είχαν βάλει οι αντάρτες, για να χτυπήσουν τους Γερμανούς, πριν από επτά χρόνια και σκοτώθηκε ένας κάτοικος της Ροδιανής. Ο Χαρίσης τον έκοψε αμέσως λέγοντάς του ότι και στο βουνό, όπου πρόκειται να περπατήσουμε υπάρχει ο φόβος να πέσουμε σε καμιά τέτοια παγίδα, αν αλλάξουμε πορεία και βγούμε έξω από το μονοπάτι μας. Εγώ τα άκουγα όλα αυτά με πολλή προσοχή.

Φτάσαμε στη Ροδιανή, όταν ο ορίζοντας είχε αρχίσει να ροδίζει και η ανατολή να είναι κατακόκκινη. Σε λίγο θα έβγαινε ο ήλιος και μείς ακόμη ήμασταν στα ριζά του βουνού. Έπρεπε να βιαστούμε. Βιτσίζουν τα ζώα και ο ανήφορος είναι δύσκολος. Ο δρόμος είναι ένα στενό μονοπάτι και σε κάποιες μεριές σκεπασμένος από θάμνους και τα κλαδιά κάποιου έλατου. Εκείνα φρουμάζουν και ανοίγουν το περπάτημά τους, σαν να καταλαβαίνουν την αποστολή μας.

Περνάμε το πρώτο ύψωμα μέσα από πυκνή βλάστηση και διακρίνουμε τώρα καθαρά το βουνό με τις ομορφιές του. Τούτη την ώρα το βουνό είναι χάρμα να το απολαμβάνεις! Τα νερά δίπλα μας κελαρύζουν μέσα στα μικρά αυλάκια τους, τα αγριολούλουδα μοσχομυρίζουν, τα έλατα, τα γαύρα, τα πουρνάρια μοσχοβολούν και τα πουλάκια μας συντροφεύουν με το κελάηδημά τους. Κατεβαίνουμε τη ρεματιά και μπροστά μας ανοίγεται το Ζυγόστι με την ψηλότερη κορυφή του το Ασπροβούνι. Τα κοπάδια τα βλέπουμε απέναντί μας να βόσκουν. Τα κουδούνια να αχολογούν και τα γαυγίσματα των σκύλων να διαπερνούν τον πρωινό αέρα του βουνού. Οι τσοπάνηδες μας αντιλαμβάνονται και σφυρίζουν κλέφτικα. Ο Χαρίσης μας δίνει τις απαραίτητες εξηγήσεις για το κάθε κοπάδι. Τα αριστερότερα, όπως βαδίζουμε, μας λέει, είναι της Ροδιανής, τα μεσαία είναι της Αγίας Παρασκευής και δεξιά κάτω στη ρεματιά είναι της Λευκοπηγής. Αμέσως ρωτώ, και το δικό μας το κοπάδι ποιο είναι; Η απάντηση ήρθε χαμογελαστά. Το δικό μας είναι μακριά ακόμη. Είναι στο Μπούρινο και έχουμε μπροστά μας πολύ δρόμο ακόμη.

Παίρνουμε την ανηφόρα από ένα πιο δύσβατο μονοπάτι και μόλις φτάνουμε στη μέση μας υποδέχεται ο ήλιος χαρούμενος και κατακόκκινος. Τον έχουμε από πίσω μας και εγώ γυρίζω και τον περιεργάζομαι, γιατί πρώτη φορά τον έβλεπα τέτοια ώρα. Τα ζώα αγκομαχούν στην ανηφόρα, καθώς είναι φορτωμένα και καθώς ακούγονται οι πέτρες να γλιστρούν κάτω από τα πέταλά τους.

Κάποτε φτάνουμε στο σέλωμα, δίπλα από το Ασπροβούνι, και αντικρίζουμε ακριβώς απέναντί μας τις κορυφές του Μπούρινου. Φαίνονται κοντά μας και εγώ περιχαρής φωνάζω ότι φτάσαμε, αλλά ο Χαρίσης με τον πατέρα μου, που ξέρουν να εκτιμούν τις αποστάσεις μου απαντούν ότι είμαστε ακόμη μακριά. Εδώ πάνω η βλάστηση είναι πυκνότερη. Τα πεύκα αντικαθιστούν τα έλατα. Ο πρωινός αέρας μπατσίζει το πρόσωπό μας και νιώθουμε τη διαφορά της θερμοκρασίας. Βρισκόμαστε σε υψόμετρο πάνω από τα χίλια μέτρα. Οι θάμνοι εμποδίζουν το περπάτημα των ζώων και τα κλαδιά από τα πεύκα κάποιες φορές μας παίρνουν τα κεφάλια. Σε κάποια ξέφωτα το χόρτο είναι μεγάλο και καθώς τα ζώα περπατούν αρπάζουν και καμιά χεριά. Καταλαβαίνουμε ότι είναι ιδρωμένα, αλλά πρέπει να βιαστούμε. Περπατάμε όλο το καταράχι και ξαφνικά παίρνουμε μια κατηφόρα απότομη που θα μας οδηγήσει σε λίγο στον Απάνω Μπούρινο.

Φτάνουμε στο ίσιωμα, ακριβώς κάτω από τις κορυφές του βουνού, και μπροστά μας ανοίγεται ένα μεγάλο οροπέδιο, ένας χώρος καταπράσινος με λίγα πεύκα εδώ και εκεί. Ένα λιβάδι με νερά και πολύ χόρτο. Στρίβουμε αριστερά, όπως μας οδηγεί ο Χαρίσης, περπατάμε περίπου ένα χιλιόμετρο περνώντας από κάτι μεγάλες ξύλινες λεκάνες γεμάτες κρύο νερό από μια βρύση, που έτρεχε δίπλα τους με πολύ καθαρό και γάργαρο νερό. Εδώ μας λέει ο συνοδός μας είναι οι Κουπάνες και απέναντί μας είναι ο Τζιούκας, όπου έχει στρούγκα ο μπάρμπα-Βασίλης ο Χλιαράς, ο Γκρέκος.

Φτάνουμε στο φρύδι του λιβαδιού και σταματάμε. Εδώ είναι η στρούγκα του κοπαδιού. Κάτω από δυο μεγάλα πεύκα και δυο τεράστιους βράχους για να διευκολύνεται το άρμεγμα των προβάτων. Οι βράχοι είναι αντικριστοί αφήνοντας μικρό πέρασμα, απ’ όπου περνούν τα πρόβατα κατά το άρμεγμα. Τα πελώρια πεύκα καλύπτουν με τη σκιά τους όλη τη στρούγκα και έτσι το άρμεγμα γίνεται με πολύ καλές προϋποθέσεις. Στον κορμό του ενός πεύκου υπάρχει μια πρόχειρη καλύβα με ξύλα και άχυρα και μέσα κρεμασμένα στο πεύκο τα καρδάρια, άλλα σύνεργα του αρμέγματος και κάποια πράγματα του τσοπάνου. Ήξεραν οι άνθρωποι πού έκαναν το μαντρί και την στρούγκα!

Κατεβαίνουμε από τα ζώα, ξεφορτώνουμε τα πράγματά μας και ο πατέρας ξεσαμαρώνει τα ζώα να ξεϊδρώσουν και τα αφήνει ελεύθερα να βοσκήσουν στο πράσινο λιβάδι. Εγώ κοιτάζω γύρω τη φύση, περιεργάζομαι το χώρο και μένω έκθαμβος από την ομορφιά του βουνού, που πρώτη φορά αντίκριζα από τόση κοντινή απόσταση. Από μακριά ακούγονται τα κυπριά των τράγων, τα κουδούνια των προβάτων και τα γαυγίσματα των σκύλων. Μας πήραν είδηση τα σκυλιά και μας υποδέχονται με τον τρόπο τους. Ένας ολόασπρος μεγάλος σκύλος, ο Λιάρος, ήρθε τρέχοντας κοντά μας κουνώντας την ουρά του και στη φωνή του Χαρίση μας κοιτάζει με χαρά και καλοσύνη. Πηγαίνω δίπλα του, τον χαϊδεύω προσεκτικά και γινόμαστε φίλοι. Τώρα, μου λέει ο Χαρίσης, έχεις έναν καλό φίλο και μπορείς να πηγαίνεις κοντά στο κοπάδι χωρίς κανένα φόβο. Ο Λιάρος είναι ο προστάτης σου.

Παίρνω μαζί μου το Λιάρο και τραβάω κατά το κοπάδι, αφού ο Χαρίσης μας λέει ότι έχουμε στη διάθεσή μας ακόμη καμιά ώρα, ώσπου ο τσοπάνος να μαζέψει τα πρόβατα και τα γίδια για να τα αρμέξουν. Ο πατέρας μου στο μεταξύ άρχισε να κατεβάζει τα καρδάρια και τα άλλα σύνεργα για να τα ξαναπλύνει, όπως είχε πάρει τις οδηγίες από τη μάνα μου. Φτάνοντας κοντά στο κοπάδι τα άλλα σκυλιά έρχονται δίπλα μου και είναι σαν να με γνωρίζουν από καιρό. Κουνούν τις ουρές τους και εγώ τα φωνάζω με τα ονόματά τους, όπως μου υπέδειξε ο Χαρίσης.

Ο Μήτσιος ο τσοπάνος, που είναι γύρω στα τριάντα, νέος και σφριγηλός με την γκλίτσα στο χέρι και το κατσιούλι  με τη δραγατσίκα στον ώμο, με βλέπει, έρχεται κοντά μου και με καλωσορίζει. Τον χαιρετώ και τον ρωτώ πώς πάει η ζωή στο βουνό. Πώς περνάει κανείς κοντά στα ζωντανά, με τα πρόβατα, τα γίδια, τα σκυλιά, αλλά και με τους λύκους. Άρχισε να γελάει με το τελευταίο, γιατί και με τους λύκους οι τσοπάνηδες στο βουνό συνηθίζουν να συζούν. Με κατατοπίζει για τη γύρω περιοχή, για τα όρια των βοσκοτόπων, που έχουν τα διάφορα χωριά, Αγία Παρασκευή, Χρώμιο (Σφήλτσι) και Μηλωτήνι. Μου δείχνει τα άλλα κοπάδια, που είναι παρακάτω. Άλλα είναι από το Μηλωτήνι και άλλα από το Χρώμιο. Στις απορίες μου πώς κανονίστηκαν τα όρια αυτά με παραπέμπει στο γέρο-Βασίλη τον Γκρέκο, που είναι τσοπάνος στο διπλανό κοπάδι. Η ευκαιρία είχε δοθεί να συναντηθώ και με τον Γκρέκο, που τόσο αγαπούσαμε και εκτιμούσαμε και εγώ και τα άλλα παιδιά για τις ιστορίες που μας διηγούνταν.

Το γέρο-Βασίλη τον βλέπω από μακριά και τον καταλαβαίνω αμέσως από το περπάτημά του. Είναι γύρω στα πενήντα και καθώς περπατάει φαίνεται κάπως σα γέρος. Είναι όμως ακμαίος και ακολουθάει το κοπάδι σα νέος. Έχει και δυνατή μνήμη και θυμάται όλα όσα άκουσε από τους παππούδες και τους άλλους συγχωριανούς για την καταγωγή τους, την προέλευσή τους, την αγορά των κτημάτων και των βοσκοτόπων από τους μπέηδες, τα όρια των χωριών όλου του Τσαρσιαμπά και πολλά άλλα.

Το κοπάδι του γέρου-Βασίλη είναι σε απόσταση πενήντα μέτρων και αποφασίζω να τον επισκεφτώ και να τον καλημερίσω. Με βλέπει και κρατάει τα σκυλιά του με τις φωνές. Τον χαιρετώ σαν έναν παλαιό φίλο και χαριεντίζομαι μαζί του. Με ρωτάει για το σχολείο, για το δάσκαλο, το Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Παπαζιάννη, όπως τον έλεγαν στο χωριό οι παλαιοί μαθητές του, και χωρίς να του ζητήσω να μου λύσει κάποιες απορίες, άρχισε τις ιστορίες του για το βουνό του Μπούρινου, τους κλέφτες, τους αρματολούς, που ζούσαν εδώ πάνω και πολλά άλλα. Τα πρόβατα και τα γίδια όμως τραβούσαν ολοταχώς προς την στρούγκα και έπρεπε να χωρίσουμε και να πάμε για το άρμεγμα. Χωρίσαμε χωρίς να τελειώσει ο σοφός γέρο-Βασίλης τις ιστορίες του.

Τρέχω γρήγορα στη στρούγκα μας, όπου τα γίδια και τα πρόβατα είχαν μπει μόνα τους και περίμεναν τους αρμεχτάδες να τα ξαλαφρώσουν από το βάρος που κουβαλούσαν. Κάποιες κατσίκες περπατούσαν με δυσκολία με τα μαστάρια τους να κρέμονται μέχρι το χώμα και κάποιες προβατίνες να βελάζουν, σα να ήθελαν να απαλλαγούν από το περίσσιο βάρος τους. Παίρνουμε τις θέσεις μας ο καθένας. Οι δυο τσοπάνηδες, ο Χαρίσης και ο Μήτσιος, κάθονται την είσοδο της στρούγκας και ο πατέρας μου παραδίπλα τους με ένα καρδάρι ο καθένας μπροστά του. Εγώ μέσα στη στρούγκα να προωθώ τα γιδοπρόβατα προς την είσοδο της στρούγκας. Αυτό είναι το περίφημο «λάλημα». Τα γίδια, καθώς είναι ανυπόμονα, τρέχουν μπροστά και μετά ακολουθούν τα πρόβατα. Το άρμεγμα γίνεται γρήγορα, γιατί είναι τρεις οι αρμεχτάδες και οι δύο είναι και επαγγελματίες.

Μετά το άρμεγμα τα πρόβατα κατευθύνονται στο διπλανό τεράστιο πεύκο για να σταλίσουν, ενώ τα γίδια πιάνουν τους διπλανούς βράχους και κάθονται άλλα μέσα στον ήλιο και άλλα κάτω από τις μικρές σπηλιές των βράχων. Η ζέστη εδώ ψηλά στο βουνό είναι υποφερτή, γιατί το υψόμετρο είναι πάνω από τα 1500 μέτρα.

Ακολουθεί το γαλομέτρημα, αφού έβγαλαν στην άκρη δυο οκάδες γάλα, μια για το δερμάτι του τσοπάνου και μια για να βράσουμε το μεσημέρι. Αμέσως ο Μήτσιος βγάζει ένα σημειωματάριο και σημειώνει την ποσότητα του γάλατος και λέει στον αδερφό του ότι θα χρειαζόταν ο πατέρας μου να πάρει και ένα απόγευμα ακόμη το γάλα, εκτός από το σημερινό απογευματινό γάλα. Ήξεραν πολύ καλά να υπολογίζουν πόσο γάλα δικαιούνταν ο κάθε ιδιοκτήτης ανάλογα με τον αριθμό των προβάτων του.

Τώρα ήρθε η ώρα να στραγγίσουμε το γάλα, να το βάλουμε σε δυο μεγάλα μπετόνια και να τα μεταφέρουμε κοντά στις λεκάνες του νερού. Εκεί είχαν κάνει ένα βαθούλωμα από όπου περνούσε το κρύο νερό και τοποθετούσαν το πρωινό γάλα για να μην ξενίσει. Ήταν κάτι σαν ψυγείο. Το απόγευμα μαζί με το απογευματινό γάλα θα τα φορτώναμε για να τα πάμε στο χωριό, όπου η μάνα μου θα πυτίχιαζε το γάλα για να το κάνει τυρί. Θα το ξαναστράγγιζε, θα το έβαζε σ’ ένα μεγάλο καζάνι, θα έριχνε μέσα την πυτιά, θα το ανακάτωνε καλά και θα το άφηνε να δέσει μέσα στις τσαντήλες και να στραγγίσει το τυρόγαλο. Την άλλη μέρα το πρωί θα το τοποθετούσε πάνω σ’ ένα ειδικά κατασκευασμένο σανίδωμα, το στητζάκι, θα το αλάτιζε καλά για να σφίξει και να αργάσει και στο τέλος θα το έκοβε σε φέτες και θα το τοποθετούσε στα δοχεία.

Ενώ ο πατέρας με τον Μήτσιο ασχολούνται με το γάλα, ο Χαρίσης έπιασε το πεύκο και την άραξε στον ύπνο. Έπρεπε να κοιμηθεί, γιατί το κοπάδι όλη τη νύχτα βοσκάει και ο τσοπάνος πρέπει να είναι ξυπνητός και να το παρακολουθεί από τα αγρίμια του βουνού, τους λύκους και τα τσακάλια.

Κατά το μεσημέρι ο πατέρας άνοιξε τις ετοιμασίες της μάνας για να φάμε το μεσημεριανό φαγητό. Έστρωσε μια πετσέτα πάνω στο χόρτο κάτω από το μεγάλο πεύκο και έβγαλε τα καλούδια της μάνας μου. Πατάτες στη γάστρα με κομμάτια παστού χοιρινού κρέατος, ένα κομμάτι τυρί, φρέσκο ψωμί από το φούρνο μας και λίγα φρέσκα κρεμμυδάκια και σκορδάκια από το μπαχτσέ μας. Δίπλα σ’ ένα άδειο καρδάρι άδειασε τα φρούτα και τα έπλυνε με κρύο νερό. Ο Μήτσιος άναψε φωτιά, έβρασε το γάλα σε μια καπνισμένη κατσαρόλα, έκοψε μικρά κομματάκια το ξερό ψωμί, που είχε από μέρες, σ’ ένα βαθύ πιάτο για την παπάρα και κάθισε και κείνος. Ξυπνήσαμε και το Χαρίση και το μεσημεριανό γεύμα πάνω στο βουνό το απολαύσαμε. Ο πατέρας και εγώ δεν χορταίναμε με την παπάρα, ενώ οι άλλοι τρώγοντας έπαιρναν και κανένα κεράσι ή δαμάσκηνο ή βερίκοκο για να νοστιμίζουν το φαγητό τους. Τα χρόνια αυτά τα φρούτα ήταν είδος πολυτελείας! Στο τέλος και πριν να φάμε τα φρούτα άδειασαν από το δερμάτι στο ίδιο πιάτο, που κάναμε την παπάρα, το ξινόγαλο. Αυτό ήταν που μας γέμισε ευφροσύνη στην καρδιά. Το ρουφούσαμε ο πατέρας μου και εγώ και δεν θέλαμε να τελειώσει!

Τελειώσαμε με το φαγητό και ενώ οι μεγάλοι το έστρωσαν στον ύπνο εγώ πήρα μαζί μου το Λιάρο και ξεκίνησα για τις γύρω ρεματιές. Οι οδηγίες του πατέρα και των άλλων ήταν να μην απομακρυνθώ πολύ, γιατί υπήρχε φόβος να χαθώ ή να πέσω σε καμιά βαθιά χαράδρα. Ήθελα να ανιχνεύσω τα λημέρια των κλεφτών, των αρματολών. Με έσπρωχνε η δίψα να βρω μια σπηλιά ή καμιά φωλιά των ληστών ή των ανταρτών του εμφυλίου πολέμου, που πριν από δυο χρόνια είχαν αποχωρήσει από το Μπούρινο. Γρήγορα όμως θυμήθηκα αυτά που άκουσα κατά τη διαδρομή από τον Χαρίση για το παρατημένο πολεμικό υλικό των ανταρτών και σταμάτησα τις έρευνες.

Περπάτησα όμως αρκετά χιλιόμετρα γύρω από το μεγάλο λιβάδι. Περιεργάστηκα τα γέρικα πεύκα και φτάνοντας στην άκρη του λιβαδιού διέκρινα στο βάθος, σε μικρή απόσταση, ένα κτίσμα που έμοιαζε με εκκλησία. Λίγο πιο μακριά, περίπου πέντε με έξι χιλιόμετρα, διέκρινα σπίτια. Ποιο χωριό άραγε να είναι αυτό; Και η εκκλησία πού ανήκει και ποιος να την έκανε εδώ πάνω στο βουνό; Ίσως οι τσοπάνηδες να την έκτισαν και να εκκλησιάζονταν, όταν τα ζωντανά τους ήταν κλεισμένα στα μαντριά; Στο απογευματινό ξεκίνημα του κοπαδιού θα έβλεπα το γέρο-Βασίλη, θα συναντούσα τον Γκρέκο, τον Έλληνα, να μου τα εξηγήσει όλα.

Γύρισα στη στρούγκα καταϊδρωμένος και ο πατέρας με μάλωσε, γιατί έφυγα πολύ μακριά και για πολλή ώρα. Ξάπλωσα να ξεκουραστώ, αλλά το μυαλό μου έκανε πολλές σκέψεις για το πώς ζούσαν εδώ πάνω οι κλέφτες. Τι έτρωγαν, από πού τροφοδοτούνταν, πού έβρισκαν τα πυρομαχικά τους; Δεν είχαν οικογένειες αυτοί, δεν είχαν παιδιά, γονείς, συγγενείς; Στην εκκλησία δεν πήγαιναν; Ποιος παπάς έρχονταν και τους λειτουργούσε; Τι λόγο θα έδιναν στο Θεό; Πολλά τέτοια απλοϊκά περιστρέφονταν στο μυαλό μου και δεν μπόρεσα να κλείσω τα μάτια μου. Περίμενα ανυπόμονα το απόγευμα να σηκωθούνε οι μεγάλοι, να ξεκινήσουν το κοπάδι και να πάω να συναντήσω το Γκρέκο να μου λύσει τις απορίες.

Κάποτε ο ήλιος άρχισε να κατηφορίζει προς τις βουνοκορφές του Μπούρινου. Ο Χαρίσης ξύπνησε από τον ύπνο και ανέλαβε τώρα τα καθήκοντα του τσοπάνου. Τον βλέπω να αρπάζει την γκλίτσα, να σφυρίζει δυο τρεις φορές κλέφτικα και ξαφνικά το κοπάδι ξυπνάει. Τα σκυλιά πρώτα σηκώνονται και χασμουριούνται. Τα γίδια από τα βράχια αναταράζονται και χτυπούν τα κυπριά τους. Οι μεγαλόσωμοι τράγοι ξύνουν τα κέρατά τους στα βράχια και ο θόρυβος από τα κυπριά αντιλαλεί στις γύρω ρεματιές. Τα πρόβατα είναι ακόμη κοιμισμένα. Είναι πράγματι πρόβατα! Ο τσοπάνος φωνάζει δυνατά και τα γίδια αμέσως ξεκινούν. Τα πρόβατα ακολουθούν με τα κεφάλια σκυμμένα, το ένα κοντά στο άλλο.

Από την απέναντι ρεματιά ακούγεται και ο γιος του γέρου-Βασίλη, ο Ντώνας, να σφυρίζει και να φωνάζει δυνατά. Μαζί του έχει και τον μικρότερο αδερφό του, τον Θανάση, που είναι συνομήλικός μου, και ήρθε στο βουνό και κείνος για να βοηθήσει τον πατέρα του. Τα σκυλιά τους αρχίζουν τα γαυγίσματα και οι ρεματιές αντιλαλούν. Λίγο πιο κάτω είναι τα μαντριά των τσοπάνηδων από το Μηλωτήνι και ακόμη παρακάτω τα κοπάδια από το Χρώμιο. Το δικό μας κοπάδι ήταν στην κορυφή του βουνού. Τα κουδούνια από τα πρόβατα, που ξεκινούν, αχολογούν ρυθμικά και όλο το βουνό αντιλαλεί σα μια συμφωνία από πολλούς οργανοπαίχτες με διάφορα όργανα. Κουδούνια, κυπριά, γαυγίσματα, σφυρίγματα, φωνές, κελαηδήματα, όλα συνται-ριασμένα συνθέτουν ένα σύνολο, που καμιά φορά ακούγεται και λίγο παράφωνο. Πανηγύρι σωστό πάνω στο Μπούρινο!

Ο Χαρίσης οδηγεί το κοπάδι προς τις λεκάνες για να το ποτίσει. Από εκεί θα το βοσκήσει καμιά ώρα στις γύρω ρεματιές και μετά θα το οδηγήσει πάλι στη στρούγκα για το απογευματινό άρμεγμα. Στις ίδιες λεκάνες μετά θα ακολουθήσει το πότισμα και το κοπάδι του γέρου-Βασίλη. Έτσι θα έχω την ευκαιρία να συναντήσω και πάλι το Γκρέκο για να μου λύσει τις απορίες. Το κοπάδι του Γκρέκου τώρα συνοδεύει ο μεγάλος γιος του, ο Ντώνας, και εκείνος μαζί με το μικρότερο γιο του, το Θανάση, ήρθε στη δική μας στρούγκα για να συζητήσει με τον πατέρα μου για τα νέα του χωριού, γιατί έλειπε πολύ καιρό από το χωριό. Η ευκαιρία ήταν κατάλληλη για συζήτηση με το σοφό γέροντα.

Χαιρέτησε τον πατέρα μου, ήταν περίπου συνομήλικοι, μίλησαν για κάποια θέματα του χωριού και μετά τον ανέλαβα εγώ, για να μου λύσει τις απορίες. Εκείνος χαρούμενα άρχισε την κομμένη πρωινή συζήτησή μας και μου μίλησε για τις συγκρούσεις των κλεφτών πάνω στο Μπούρινο με τους Τούρκους, που έρχονταν να τους ξεκάνουν. Εγώ τον άκουγα με πολλή προσοχή και παραδίπλα ο πατέρας μου επιδοκίμαζε τα λεγόμενα του γέρου-Βασίλη κουνώντας το κεφάλι του.

Βασίλειος Αντ. Χλιαράς (1902-1996)

Ξαφνικά μας παίρνει από το χέρι, και μένα και το Θανάση, και μας οδηγεί στο φρύδι του λιβαδιού και μας δείχνει προς τα κάτω τη μικρή εκκλησία. Εκεί κάτω, μας λέει, υπήρχε χωριό, που το χάλασαν οι ληστές. Τώρα μόνο η εκκλησία του Αη-Νικόλα έμεινε! Πριν από πολλά χρόνια εδώ πάνω μαζεύτηκαν πολλοί από τα χωριά μας και έκαναν επανάσταση για να διώξουν τους Τούρκους από τη Μακεδονία. Δεν μπόρεσαν όμως γιατί ήταν λίγοι και δεν ήρθαν βοήθειες από το Ελληνικό. Οι παππούδες μας έλεγαν ότι έβαλαν και αρχηγό, έναν στρατηγό από την Κόζιανη, αλλά δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε. Μετά διαλύθηκαν και περίμεναν άλλη φορά να ξεσηκωθούν.

Ύστερα το χωριό αυτό το πάτησαν οι ντόπιοι ληστές και οι άνθρωποί του πήραν τα ζωντανά τους και κατέβηκαν στα δικά μας τα χωριά. Άλλοι πήγαν στη Κάλλιανη, άλλοι στο Χτένι, άλλοι στη Ραντομπίτστα, άλλοι στο Σφήλτσι και άλλοι στο χωριό μας. Αυτοί είναι οι Λαμπράδες, που ήταν μεγάλη φάρα. Κάμποσοι από αυτούς τους Λαμπράδες έμειναν στο χωριό μας και άλλοι τράβηξαν για τη Γκόμπλιτσα. Από αυτούς τους τελευταίους Λαμπράδες κτίστηκε ο Άγιος Αθανάσιος του χωριού μας, που έχει μεγάλη ιστορία μ’ ένα χαμένο παιδί τους.. Κάμποσοι από τους κατοίκους του παλαιού χωριού κατέβηκαν στη Ραντομπίτστα και πήραν μαζί τους και το λάβαρο, που είχαν οι επαναστάτες. Σήμερα το έχουν στην εκκλησία και όταν παντρεύεται κάποιος το κρατάει μπροστά ο κουμπάρος.

Τον κοιτάζαμε σαστισμένοι χωρίς να μπορούμε να μιλήσουμε καθόλου. Ο πατέρας μου τα άκουγε αυτά και παίρνοντας το λόγο είπε ότι εδώ πάνω ήρθε και πολέμησε μαζί με πολλούς άλλους συγχωριανούς ο παππούς του, ο Μήτρος ο Μαρκόπουλος, που δούλευε μια ζωή στο μύλο του Τσιρώνα στο χωριό μας. Και αργότερα πήρε το όνομα Μυλωνάς. Μαζί του ήταν και άλλοι πολλοί από τα γειτονικά χωριά, το Βελίστι, τη Ραντομπίτστα, το Χτένι, την Κερασιά, την Κάλλιανη, τη Σπούρτα και από τα άλλα χωριά της περιοχής μας.

Σε ερώτησή μου προς το γέρο-Βασίλη, από πού τα ξέρει όλα αυτά άρχισε να χαμογελάει και κουνώντας το κεφάλι του γύρισε στα περασμένα με τον πατέρα του, που δεν τον γνώρισε, και τους θείους του, Χλιαρογιώργο και Χλιαροκώτια. Τον πατέρα του τον Χλιαροτζιώνα τον είχε χάσει σε ηλικία δυο χρονών, που πέθανε από τις κακουχίες στις φυλακές στο Μοναστήρι στα 1904, στην κορύφωση του Μακεδονικού Αγώνα. Τον συνέλαβαν οι Τούρκοι και τον έκλεισαν στις φυλακές, γιατί καθοδηγούσε τα ανταρτικά ελληνικά στρατεύματα, που περνούσαν από το Μπούρινο για την περιοχή της Καστοριάς. Παίρνει πάλι το λόγο και λέει: Όλα αυτά μου τα έλεγε ο μπάρμπα-Γιώργος, ο Χλιαρογιώργος, που ήταν τότε 25 χρονών, όταν έγινε η επανάσταση, και πολέμησε εδώ πάνω. Μου τα διηγούνταν πριν έρθει το Ελληνικό. Τότε που ήμουνα σαν εσάς και τον ρωτούσα, όπως με ρωτάτε και εσείς τώρα. Κάθε καλοκαίρι εδώ πάνω φέρνανε τα γιδοπρόβατα και εγώ τους ακολουθούσα, όταν τέλειωνε το σχολείο τα μαθήματα.

 Είπε και πολλά άλλα για τους κλέφτες και τους ληστές που λυμαίνονταν τα μέρη αυτά και που στο τέλος έγιναν αιτία να διαλυθεί το χωριό και οι κάτοικοί του να καταφύγουν στα χωριά του Τσαρσιαμπά. Ο μπάρμπα-Βασίλης είχε μεγάλη ρέντα και θα μας έπιανε το βράδυ, αν δεν μας φώναζαν οι τσοπάνηδες για την απογευματινή μας αποστολή. Είχε σκοπό να μας διηγηθεί τα κατορθώματα των επαναστατών πάνω στο Μπούρινο και όλη την ιστορία του παλαιού χωριού με τους κατοίκους και τα χωριά, όπου κατέφυγαν μετά τον χαλασμό του χωριού. Τα ήξερε όλα με κάθε λεπτομέρεια. Έπρεπε όμως να ξαναπάμε στη στρούγκα για το άρμεγμα και τις άλλες υποχρεώσεις μας. Χωρίσαμε και ο καθένας μας τράβηξε για τη στρούγκα του.

Τα παραλειπόμενα της ώρας εκείνης ο πολύξερος γέρο-Βασίλης θα μου τα έλεγε αργότερα, όταν πια τα γεγονότα της Επανάστασης του Μπούρινου θα τα διάβαζα στα βιβλία μετά το 1966 και το 1969, που βγήκαν σε βιβλία από τους Γιάννη Νοτάρη, τον Ευάγγελο Κωφό και το δικό μας, τον άλλο Μεγάλο Δάσκαλο, τον Κώστα Σιαμπανόπουλο, και ζητώντας απλά να εξακριβώσω την ακρίβεια αυτών που έγραφαν τα βιβλία. Όλα αυτά τα άκουγα, όπως άκουγα χίλιες δυο τέτοιες ιστορίες από τον παππού μου, τον πατέρα μου και τόσους άλλους από το χωριό. Δεν μπορούσα όμως να εκτιμήσω τον καιρό εκείνο τα λεγόμενά τους.

Στο μεταξύ τα γιδοπρόβατα οδηγήθηκαν και πάλι στη στρούγκα και ξαναρχίσαμε το απογευματινό άρμεγμα, όπως και το πρωί. Ο πατέρας και οι άλλοι έκαναν τα σχετικά με το γάλα και το έβαλαν στα μπετόνια. Ο ήλιος είχε κατέβει αρκετά και λίγο ακόμη θα κρυβόταν πίσω από τις βουνοκορφές του Μπούρινου. Μαζέψαμε όλα τα πράγματά μας, πήραμε τα μπετόνια με το πρωινό γάλα, το απογευματινό γάλα σ’ ένα άλλο μπετόνι, τα φορτώσαμε στα ζώα και παίρνοντας τώρα μαζί μας το Μήτσιο αναχωρήσαμε γρήγορα για το χωριό, πριν νυχτωθούμε στο βουνό. Αποχαιρετήσαμε το Χαρίση και ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Εγώ δεν ξέχασα το φίλο μου το Λιάρο. Πήγα κοντά του, τον χάιδεψα ελαφρά στο κεφάλι και του έδωσα ραντεβού στο χωριό, όπου θα κατέβαινε το κοπάδι σ’ ένα μήνα περίπου. Εκείνος κούνησε ελαφρά την ουρά του, που έδειχνε ότι συμφωνούσε μ’ αυτά που του έλεγα.

Κάναμε την ίδια διαδρομή αντίστροφα από το Μπούρινο μέχρι το χωριό και για μια ακόμη φορά απολαύσαμε το βουνό αλλά τώρα κατά το ηλιοβασίλεμα Τον ήλιο και πάλι τον έχουμε από πίσω μας και, καθώς κατεβαίνουμε το βουνό, βλέπουμε το χωριό μας μέσα στον κάμπο από πολύ μακριά και τα κεραμίδια με τις στέγες να γυαλίζουν στον ήλιο, που πάει να βασιλέψει. Η ατμόσφαιρα είναι θαυμάσια. Ο αέρας δροσερός. Ο ορίζοντας μέχρι πέρα τα Πιέρια καθαρότατος και ο κατήφορος βοηθάει τα ζώα να βαδίζουμε γρηγορότερα. Πριν φτάσουμε στη Ροδιανή ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τις ψηλές βουνοκορφές του Μπούρινου. Τα ζώα περπατούν άνετα τώρα στον ομαλό δρόμο και καθώς πλησιάζουμε τα πρώτα σπίτια του χωριού αρχίζει να σκοτεινιάζει.

Είχα ζήσει μια μέρα με πολλές συγκινήσεις και είχα αποκτήσει πολύτιμες εμπειρίες. Το βράδυ, παρότι αρκετά κουρασμένος, δεν χόρταινα να τα λέω και να τα ξαναλέω στα αδέρφια μου ,στη Στεργιανή, το Γιάννη και τη μικρή Παρασκευούλα.

Έντεκα χρόνια αργότερα ήταν γραφτό μου να τα ξανακούσω από τον Στίλπωνα Κυριακίδη, το Μεγάλο Πανεπιστημιακό Δάσκαλο, όντας δευτεροετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Κοζάνη 27 Ιανουαρίου 2007

Γεώργιος Δ. Μυλωνάς

Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος

Ανάτυπο από:  Δυτικομακεδονικά Γράμματα,   ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ ΣΥΓΓΡΑΜΑ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΔΥΤΙΚΟΜΑΚΕΔΟΝΩΝ. ΙΣΤΟΡΙΑ – ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ – ΓΡΑΜΜΑΤΑ – ΤΕΧΝΗ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ,  ΕΤΟΣ 18ο – ΤΟΜΟΣ 19,   ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ Ν. ΚΟΖΑΝΗΣ, ΚΟΖΑΝΗ 2007