ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΑΠΟ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ (4-8 Μαΐου 2008)

Άποψη της Κωνσταντινούπολης

Το βράδυ της Κυριακής του Θωμά στις 4 Μαΐου του σωτηρίου έτους 2008 ξεκινήσαμε από την Κοζάνη για την Κωνσταντινούπολη μια ομάδα ανθρώπων, που καταγόμαστε βασικά από τα χωριά του Τσαρσιαμπά, αλλά διαμένουμε στην συνοικία του Αγίου Αθανασίου Κοζάνης. Το πρακτορείο με το οποίο ταξιδεύαμε ήταν το «Ίκαρος Τουρς» Κοζάνης και με οδηγούς τον ιδιοκτήτη του πρακτορείου Ευάγγελο Μίχο και τον Κώστα Κεντεποζίδη από το Βατερό. Αρχηγός της εκδρομής ήταν ο ιδιοκτήτης του πρακτορείου και βοηθός του ο Γιώργος Μάστορας από τη Ροδιανή. Οι εκδρομείς κατά ζεύγη ή κατά δωμάτια, όπως έμειναν στο ξενοδοχείο, ήταν οι εξής:

1. Γιώργος και Ελένη Μάστορα

2. Γιώργος και Ευαγγελία Μυλωνά

3. Θωμάς και Ελένη Παπαθανασίου

4. Αργύρης και Σουλτάνα Παπαγεωργίου

5. Χαράλαμπος και Βασιλική Αλεξοπούλου

6. Αντώνης και Βάια Τσιμτσιλιάκου

7. Ζήσης και Νίτσα Τσιάμη και Στέλλα Τσιάμη

8. Νίκος και Κίτσα Ζήση

9. Μιχάλης και Παναγιώτα Καλαμπούκα

10. Απόστολος και Θεοδώρα Λότσιου

11. Δημήτριος και Θωμαή Βαντσιούλη

12. Νικόλαος και Βασιλική Φτάκα

13. Παναγιώτης και Κατερίνα Τσιγγενέ

14. Δημήτριος και Στεργιανή Καλαμπούκα

15. Αθανάσιος και Γεωργία Κωτούλα

16. Απόστολος και Θωμαή Δεληζήση

17. Πρόδρομος και Ελισάβετ Δεληγιάννη

18. Γιάννης Μυλωνάς και Γιάννης Ρουσιάδης

19. Ευάγγελος Τιάκας

20. Μάτα και Αθανασία Αναστασοπούλου

21 Αρετή Παπαδοπούλου και Σοφία Παπαφωτίου

22. Παναγιώτα Καραμπέρη και Νίκη Σιαμπανοπούλου

23. Τούλα και Παναγιώτα Παγκάκου

24. Ανθούλα Γκανά και Ευτυχία Λιάκα

25. Ιωάννα Μιχούλη – Ζανδέ

Συνολικά ταξιδεύαμε 49 εκδρομείς και δυο οδηγοί. Όλοι μας σχεδόν ήμασταν συνταξιούχοι διαφόρων ταμείων εκτός από μια περίπτωση κάποιας κοπέλας, που συνόδευε τη μητέρα της. Μεγαλύτερος της παρέας ήταν ίσως ο συνταξιούχος δάσκαλος και πρωτοψάλτης της ενορίας μας στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου Ευάγγελος Τιάκας. Παρόλη την ηλικία μας ήμαστε όλοι σφριγηλοί και πολύ κεφάτοι για το ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη. Την ξακουστή πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που τόσα ακούσαμε από τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, όπως και από τους δασκάλους μας στα σχολεία. Την Πόλη της Ιστορίας και των παραμυθιών. Την Πόλη των ονείρων μας και των εθνικών ελπίδων.

Η εκκίνηση είχε αποφασιστεί να γίνει στις έντεκα το βράδυ από την αρχή της οδού Πλάτωνος κάτω από το μεγάλο πλατάνι της γειτονιάς μας. Έγινε όμως μια ώρα νωρίτερα από το κανονισμένο ωράριο, γιατί έπρεπε να προλάβουμε στις έντεκα την επόμενη μέρα, Δευτέρα 5 Μαΐου 2008, τη συνάντηση με τον Πατριάρχη, σύμφωνα με τις οδηγίες του αρχηγού της εκδρομής.

Πράγματι στις δέκα το βράδυ όλοι ήμασταν μαζεμένοι στο πλατάνι. Στις δέκα και τέταρτο, αφού φορτώσαμε τις βαλίτσες μας, ανεβήκαμε στο λεωφορείο και καθίσαμε στις θέσεις, σύμφωνα με τον αριθμό του χαρτιού, που μας έδωσε ο αρχηγός. Στην αρχή κάποιοι δυσανασχετήσαμε με τις θέσεις μας, αλλά, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ήταν ένα σχετικά καλό σύστημα. Κατά τακτά χιλιομετρικά διαστήματα γινόταν αλλαγή θέσεων και με το τέλος του ταξιδιού όλοι άλλαζαν θέσεις και περιέτρεχαν όλο το αυτοκίνητο.

Ξεκινήσαμε με το χαμόγελο στα χείλη και γρήγορα γνωριστήκαμε με τους διπλανούς μας, που τυχόν δεν γνωρίζαμε. Κοντά σε μας ήταν οι αδελφές του δικηγόρου Βαγγέλη Βρίκου από το Κτένι. Πολύ καλού φίλου από τα γυμνασιακά χρόνια, αλλά πολύ περισσότερο από τα φοιτητικά χρόνια, όταν μέναμε μαζί στο ίδιο δωμάτιο στη Θεσσαλονίκη στην οδό Ηροδότου 21 στο σπίτι του Αντώνη και της Ελένης Παπία. Ήταν οι τρεις αδερφές από τις τέσσερις που έχει ο Βαγγέλης. Η μεγαλύτερη, η Νίτσα, με το σύζυγό της Ζήση Τσιάμη, η δεύτερη, η Στέλλα, χήρα και η τρίτη, η Κίτσα με τον σύζυγό της Νίκο Ζήση από το Σισάνι.

Καθ’ οδόν ο αρχηγός, που ήταν και οδηγός και ιδιοκτήτης του πρακτορείου μας έλεγε κάποια πράγματα για τους τόπους που περνούσαμε. Μέχρι τη Θεσσαλονίκη όλα ήταν πολύ γνωστά. Μετά τη Θεσσαλονίκη ακολουθήσαμε την καινούργια Εγνατία Οδό, που βρίσκεται έξω από τις πόλεις και τα χωριά της κεντρικής Μακεδονίας. Και, παρότι ήταν νύχτα, όλοι μας προσπαθούσαμε να διακρίνουμε τις πόλεις και τα χωριά που περνούσαμε. Λίγο έξω από την Καβάλα σταματήσαμε σ΄ ένα νέο μεγάλο κατάστημα για να πάρουμε μια ανάσα ξεκούρασης και να ξεμουδιάσουμε. Ήταν η ώρα μία μετά τα μεσάνυχτα. Όλοι κατεβήκαμε από το λεωφορείο και μπήκαμε στο κατάστημα. Άλλος πήρε έναν καφέ, άλλος πήγε στην τουαλέτα, άλλος πήρε ένα γλυκό και άλλος έκανε κάποιες βόλτες για να ανοίξουν τα πόδια του. Είμαστε σχεδόν όλοι συνταξιούχοι και η ηλικία μας έχει κάποια προβλήματα κινητικότητας.

Μετά από μισή ώρα ξεκούρασης ξεκινήσαμε για τα σύνορα. Οι περισσότεροι το ρίξαμε στον ύπνο. Αλλά τι ύπνος μπορεί να γίνει μέσα σ’ ένα κινούμενο μέσο! Και μάλιστα σε ανθρώπους της τρίτης ηλικίας! Μια κοπέλα είχαμε στο ταξίδι μας γύρω στα είκοσι πέντε χρονών. Ήταν η Παναγιώτα Παγκάκου, υπάλληλος της Ν.Α. Κοζάνης, που ταξίδευε με τη μητέρα της Τούλα. Τα μάτια μας συνεχώς ανοιγοκλείνουν και, όταν ξαφνικά το λεωφορείο σταμάτησε, όλοι μας αναρωτηθήκαμε τι άραγε είχε συμβεί. Ο οδηγός σταμάτησε λίγο έξω από την Κομοτηνή, γιατί κάποια κυρία είχε απόλυτη ανάγκη να ουρήσει. Είχε πάρει το χάπι της στην προηγούμενη στάση μας και έπρεπε οπωσδήποτε να κατεβεί και να κάνει την ανάγκη της. Αρχίσαμε να γελάμε με τα προβλήματα της ηλικίας μας!

Γύρω στις τέσσερις και μισή τα χαράματα βρισκόμαστε στα σύνορα με την Τουρκία. Είμαστε στους Κήπους. Στο ελληνικό τελωνείο, που τόσα πολλά θυμίζει στη γυναίκα μου και μένα από τα πολλά ταξίδια μας στην Τουρκία κατά την τριετία 1978-1981. Τότε που ήμουνα αποσπασμένος στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της Πόλης, όπως ονομάζεται το Γυμνάσιο και το Λύκειο του Πατριαρχείου.

Τέσσερις φορές το χρόνο πηγαινοερχόμασταν στην Πόλη με το Ι.Χ. αυτοκίνητό μας και με τα δυο μικρά παιδιά μας, το Δημήτρη μαθητή τότε στα 1978 στην Τετάρτη τάξη του Δημοτικού και το Μανόλη νήπιο δυο χρονών. Μια φορά το Σεπτέμβριο, όταν άνοιγαν τα σχολεία. Τη δεύτερη στις διακοπές των σχολείων, που έκαναν οι Τούρκοι στα μισά της σχολικής χρονιάς, από την πρώτη Φεβρουαρίου μέχρι στις 20 του ίδιου μήνα. Την τρίτη στις διακοπές του Πάσχα και τελευταία φορά το καλοκαίρι επί ένα δίμηνο για τις καλοκαιρινές μας διακοπές. Δυο χρονιές στις διακοπές του Πάσχα δεν επιστρέψαμε στην Ελλάδα, γιατί θέλαμε να γιορτάσουμε τις Άγιες μέρες των εορτών του Πάσχα στην Πόλη. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας να βρίσκεται κανείς στο μεγάλο κέντρο της Ορθοδοξίας, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Υπάρχει κάποια μεγαλοπρέπεια στο Πατριαρχείο!

Μαζί τότε συνταξιδεύαμε και με άλλους συναδέλφους. Δυο χρονιές με το δάσκαλο από τους Πύργους Πτολεμαΐδας Γιώργο Τσαραμανίδη, τη δασκάλα γυναίκα του Βασιλική και τα παιδιά τους Γιάννη και Γρηγόρη, που ήταν συνομήλικα με τα δικά μας. Μια χρονιά είχαμε μαζί μας και δυο άλλους συναδέλφους της Δημοτικής Εκπαίδευσης από την Πτολεμαΐδα. Ήταν ο Στέφανος Παπάς και η δασκάλα γυναίκα του Ελένη με τα μικρά παιδιά τους Μαρία και Παντελή.

Πέρασαν από τότε τριάντα χρόνια! Ήμασταν τότε νέοι εκπαιδευτικοί. Διανύαμε τη δεκαετία των τριάντα χρονών και μπορούσαμε να οδηγούμε άνετα χωρίς να κουραζόμαστε. Σήμερα συνταξιούχοι ξανακάνουμε το ίδιο ταξίδι με εκδρομικό λεωφορείο για να δούμε την Τουρκία και την πρόοδό της μετά από τόσα χρόνια. Να επισκεφτούμε την Πόλη των ονείρων μας και να ξαναδούμε το Πατριαρχείο. Να δούμε τον αρχηγό της Ορθοδοξίας και να πάρουμε την ευχή και την ευλογία του. Να προσκυνήσουμε την Παναγία στου Μπαλουκλή και την Παναγία τη Βλαχερνιώτισσα. Να ξαναμπούμε στην Αγία Σοφία. Να ξαναζωντανέψουμε το όνειρό μας! Να ξαναχτυπήσουν τα φυλλοκάρδια μας και να κάνουμε μια κρυφή προσευχή, όπως τότε πριν από τριάντα χρόνια!

Περάσαμε το ελληνικό τελωνείο, όπου μας έγινε ο τυπικός έλεγχος. Ο ιδιοκτήτης του πρακτορείου μάζεψε τις ταυτότητές μας και τα διαβατήρια και τα πήγε για έλεγχο. Κατεβήκαμε από το λεωφορείο για να ξεμουδιάσουμε για μια ακόμη φορά και να κάνουμε κάποιες από τις ανάγκες μας. Μετά τραβήξαμε όλοι και για μια ώρα περίπου περιφερόμαστε στο κατάστημα των αφορολόγητων ειδών. Οι περισσότεροι απλώς παρατηρούσαμε τις τιμές κάνοντας σύγκριση με τις τιμές των σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μας. Τα ποτά και τα τσιγάρα είχαν μεγάλη διαφορά. Κάποιες γυναίκες έβλεπαν τις κολόνιες και εξέφραζαν τη γνώμη ότι και στα είδη αυτά υπήρχαν κάποιες διαφορές. Ψωνίσαμε κάποια πράγματα, κυρίως τσιγάρα, και γύρω στις πέντε και μισή το πρωί αλλάζοντας θέσεις, σύμφωνα με τις οδηγίες του χαρτιού που είχαμε, ανεβήκαμε στο λεωφορείο για να περάσουμε τη γέφυρα του Έβρου.

Ένα ρίγος σαν ηλεκτρικό ρεύμα διαπέρασε όλους μας, καθώς περνούσαμε τη γέφυρα. Αρκετοί την περνούσαν για πρώτη φορά! Ανάκατα συναισθήματα στριφογύριζαν στο μυαλό μας για τους γείτονές μας. Άλλοι έφερναν στο νου τους όσα άκουσαν από τους παππούδες τους για το Μικρασιατικό Πόλεμο. Άλλοι, που κατάγονταν από γονείς πρόσφυγες, σκέφτονταν νοερά τους γονείς τους και τα δεινά που υπέφεραν από τους Τούρκους. Άλλοι θυμήθηκαν τα λόγια των γιαγιάδων τους για τον ξεριζωμό από τις προγονικές τους εστίες, του Πόντου, της Μικράς Ασίας ή της Ανατολικής Θράκης.

Εμένα και τη γυναίκα μου, που για μια ακόμη φορά περνούσαμε τη γέφυρα, δεν αισθανθήκαμε, θα έλεγα, και πολύ παράξενα. Τα πράγματα ήταν πολύ γνώριμα. Θυμηθήκαμε απλά όλα τα παλιά της τριετίας 1978-81. Ωστόσο όμως και εμείς κάποιο σφίξιμο νιώσαμε στην ψυχή μας! Ιδιαίτερα εγώ, που άκουσα χίλιες δυο ιστορίες από τον πατέρα μου, που πολέμησε στη Μικρά Ασία και γύρισε στο χωριό του τραυματισμένος με την οπισθοχώρηση του 1922. Ακόμη θυμήθηκα και τις διηγήσεις του μπάρμπα-Κωνσταντή Λιόγα, πρωταξάδερφου του πατέρα μου, που θυμούνταν τις πολεμικές επιχειρήσεις του Μικρασιατικού Πολέμου με κάθε λεπτομέρεια και τις διηγούνταν στους κατοίκους του χωριού σαν παραμύθι.

Στην αρχή της γέφυρας αντικρίζουμε τον Έλληνα φρουρό δίπλα από το φυλάκιό του. Στέκεται όρθιος και φυλάγει «Θερμοπύλες». Τον χαιρετάμε καλόκαρδα και εκείνος ανταποδίνει τον χαιρετισμό. Σε απόσταση εκατό μέτρων περίπου, στη μέση της γέφυρας αντικρίζουμε τον Τούρκο φρουρό, έξω από το φυλάκιό του. Και εκείνον τον χαιρετάμε, αλλά με κάποια διστακτικότητα. Εκείνος πρόσχαρα μας ανταποδίνει τον χαιρετισμό και συνεχίζουμε να περνάμε τη γέφυρα μέχρι το τέλος της. Τώρα πατάμε σε τουρκικό έδαφος! Το λεωφορείο σταματάει κάπου σε μια γωνιά και ο αρχηγός και ιδιοκτήτης του πρακτορείου παίρνει τις ταυτότητες και τα διαβατήριά μας και κατευθύνεται στα γραφεία του τουρκικού τελωνείου για τον τυπικό έλεγχο.

Η ώρα είναι πέντε και σαράντα πέντε λεπτά το πρωί. Έχει ξημερώσει για τα καλά. Όλοι μας παρακολουθούμε τον ορίζοντα γύρω και τα τουρκικά κτίρια του τελωνείου. Είναι πολύ περισσότερα από τα δικά μας! Έτσι ήταν και πριν από τριάντα χρόνια. Είναι καλοφτιαγμένα, ασβεστωμένα και καθαρά και ομολογουμένως καλύτερα από τα δικά μας. Περιμένουμε μέσα στο λεωφορείο για κάμποση ώρα. Συζητούμε διάφορα πράγματα που έχουν σχέση με τους γείτονές μας. Οι συνταξιδιώτες μας ερωτούν τη γυναίκα μου και μένα για την κατάσταση και τη ζωή στην Τουρκία κατά τη δεκαετία του 80. Τους απαντάμε σ’ όλα τα ερωτήματα και τους παραπέμπουμε σ’ αυτά που θα δούμε στο τωρινό μας ταξίδι. Λέγεται από πολλούς, που ταξίδεψαν τελευταία, ότι η πρόοδος στην Τουρκία είναι θεαματική σ’ όλους τους τομείς. Είμαστε λίγο επιφυλακτικοί και αναμένουμε να τα δούμε και να αποφανθούμε.

Στις έξι και τέταρτο έρχεται ο αρχηγός και το λεωφορείο ξεκινάει για να περάσει την τελευταία πύλη του τουρκικού τελωνείου. Ο χώρος του τελωνείου είναι πράγματι τεράστιος με διάφορα κτίρια και καταστήματα. Πολλοί μένουν άναυδοι και διερωτώνται πώς δικαιολογούνται τόσα κτίρια. Την ίδια απορία είχαμε και εμείς πριν από τριάντα χρόνια. Σύγκριση με τα δικά μας κτίρια δεν μπορεί να γίνει! Τα δικά μας είναι πολύ λιγότερα και σε πολύ κακή κατάσταση!

Ανοιγόμαστε στο μεγάλο δρόμο προς την Κωνσταντινούπολη. Δεξιά και αριστερά μας αντικρίζουμε τις καλλιέργειες των χωραφιών, που είναι καλοστρωμένα και έτοιμα για καλλιέργεια ρυζιού. Τα δικά μας δεν ήταν έτσι! Προχωρούμε και στην πρώτη διασταύρωση στην Κεσάνη θυμήθηκα το λάθος μου κατά το 1978. Τότε με την κόκκινη «χελώνα» πήραμε λάθος δρόμο με το γιο μου Δημήτρη, που οι δυο μας ταξιδεύαμε για την Πόλη. Οι άλλοι δύο θα έρχονταν με αεροπλάνο μετά από μια βδομάδα.. Αντί να πάμε κατευθείαν, στρίψαμε αριστερά, γιατί εσφαλμένα η πινακίδα μας καθοδήγησε προς τα εκεί. Βαδίζαμε ολοταχώς προς την Αδριανούπολη. Σε μικρή απόσταση, κάπου στα δέκα χιλιόμετρα, συναντήσαμε κάποιον αγρότη Τούρκο και ρωτώντας τον μας υπέδειξε ότι έπρεπε να γυρίσουμε πίσω. Εκείνο που μας έκανε εντύπωση στη μικρή διαδρομή προς την Αδριανούπολη ήταν η μεγάλη τάφρος, που υπήρχε δίπλα από το δρόμο. Ήταν ένα μεγάλο χαντάκι με αρκετό βάθος και γύρω στα δεκαπέντε μέτρα πλάτος. Αργότερα θα μάθαινα στο Προξενείο μας τη μεγάλη έκταση σε μήκος και πλάτος και το σκοπό της τάφρου. Είχε γίνει το καλοκαίρι του 74, όταν εξαιτίας του Κυπριακού είχαμε φτάσει στα πρόθυρα πολέμου με την Τουρκία. Ο απώτερος στόχος των γειτόνων μας ήταν να γυρίσουν ένα μεγάλο μέρος από τα νερά του Έβρου στην τάφρο και να πλημμυρίσουν τα χωράφια τους, έτσι ώστε, αν προέλαυναν τα στρατεύματά μας, να βούλιαζαν τα άρματά μας κατά την προέλασή τους προς την Πόλη.

Προχωρούμε κανονικά, ενώ ο πρωινός ήλιος αρχίζει να ξεπροβάλλει και να γλυκαίνει τα πρόσωπά μας. Ο δρόμος είναι καλός. Έχει δυο λωρίδες κατά κατεύθυνση με μικρή νησίδα στη μέση. Σαν τον δικό μας, την Εγνατία Οδό, που δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν έχει τελειώσει. Ο αρχηγός μας τώρα κάθεται στη θέση του συνοδηγού παραχωρώντας τη θέση του στον άλλο οδηγό. Παίρνει το μικρόφωνο και αρχίζει την ξενάγηση για τα χωριά που περνούμε. Βρισκόμαστε στην Ανατολική Θράκη, μας λέει, και σ’ όλα αυτά τα χωριά κάποτε έσφυζε το ελληνικό στοιχείο. Μετά τη συνθήκη της Λωζάνης του 1923 οι Έλληνες αποχώρησαν και ο τόπος γέμισε από Τούρκους, που ήρθαν από την Ανατολή. Σήμερα είναι γεμάτα από τουρκικά στρατεύματα εξαιτίας των τεταμένων σχέσεών μας. Και συνεχίζει ο οδηγός μας να λέει ότι περισσότερα μπορεί να μας πει ο κύριος Μυλωνάς, που ξέρει καλύτερα τα ιστορικά της περιοχής και τα σύγχρονα προβλήματα της Τουρκίας, λόγω της ιδιότητάς του και της παραμονής του στην Τουρκία επί τρία χρόνια. Η πάσα μου είχε δοθεί πολύ εύστοχα από τον αρχηγό.

Περάσαμε τα Μάλγαρα και κατευθυνόμαστε ολοταχώς προς το Τεκίρ-Νταγ (Ιερό Βουνό), τη δική μας παλιά Ραιδεστό. Λίγο πριν μπούμε στην πόλη σταματάμε σ’ ένα κατάστημα με ωραίο προαύλιο και άνετο πάρκιν. Προσφέρει καφέ και πρωινά ροφήματα, φαγητά και πολλά άλλα είδη. Κατεβαίνουμε από το λεωφορείο και παίρνουμε τον πρωινό μας καφέ. Η Τουρκάλα που κάθεται στο ταμείο γνωρίζει λίγα ελληνικά και είναι πολύ φιλική απέναντί μας. Βρίσκω την ευκαιρία να θυμηθώ τα λίγα τουρκικά μου και της λέω ότι είναι « Τσιοκ γκιουζέλ καντίν».(Πολύ ωραία κυρία). Χαμογελάει και κοιτάζοντας με την ανατολίτικη φιλαρέσκεια μου απαντάει στα ελληνικά «Ευχαριστώ πολύ».

Η ώρα είναι εννέα το πρωί και έπρεπε να φύγουμε, γιατί το ραντεβού με τον Πατριάρχη είναι στις έντεκα και έχουμε κάπου εκατό χιλιόμετρα δρόμο. Ανεβαίνουμε στα γρήγορα στο λεωφορείο και περνάμε την πόλη του Τεκίρ Νταγ, που στο κέντρο του γίνονται κάποια έργα. Η πόλη φαντάζει τεράστια! Αλλιώς την ξέραμε και από αλλού την διασχίζαμε στη δεκαετία του ογδόντα. Είναι μια πόλη με τρομερή ανάπτυξη! Πριν από τριάντα χρόνια το Τεκίρ Ντάγ είχε τριάντα πέντε χιλιάδες. Οι Τούρκοι στις πινακίδες των πόλεων αναγράφουν και τον πληθυσμό τους. Τώρα αντικρίζουμε στην πινακίδα ότι η πόλη έχει εκατό τριάντα χιλιάδες κατοίκους! Τέτοια ανάπτυξη και τέτοια αύξηση του πληθυσμού πώς έγινε; Από πού ήρθε τόσος κόσμος; Μέσα σε τριάντα χρόνια ο πληθυσμός της τετραπλασιάστηκε! Σίγουρα η αστυφιλία είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα στη σημερινή Τουρκία!

Αντικρίζουμε τις «ομοιόμορφες» πολυκατοικίες, που θυμίζουν τα αλήστου μνήμης ανατολικά κράτη. Χωρίς βεράντες, εκτός από μια και αυτή χωνευτή στο κτίριο, και σε κάθε διαμέρισμα να είναι κρεμασμένη και μια δορυφορική κεραία. Πολλές απορίες γεννιούνται και πολλά ερωτήματα αρχίζουν να μας βομβαρδίζουν, καθώς αρκετοί από τους συνεπιβάτες μας παρακολουθούν τα κτίρια της πόλης. Περισσότερο την «ομοιομορφία» των πολυκατοικιών! Σ’ ολόκληρο τετράγωνο με δέκα ή και είκοσι πολυκατοικίες υπάρχει απόλυτη ομοιομορφία! Ο αρχιτέκτονας μηχανικός έκανε το σχέδιο για μια πολυκατοικία και αυτό εφαρμόστηκε απόλυτα και σ’ άλλες δέκα ή είκοσι πολυκατοικίες. Μια ομοιομορφία που σκανδαλίζει, όχι μόνο στο ομοιόμορφο σχέδιο, αλλά και στο ίδιο βάψιμο και δημιουργεί πολλά ερωτηματικά. Οι απαντήσεις μπορεί να είναι πολλές. Θρησκευτικές, κοινωνικές, οικονομικές. Μια είναι η παρακάτω: Οι πολυκατοικίες σήμερα στην Τουρκία κτίζονται από μεγάλες εταιρίες ή τράπεζες και μέσω αυτών αγοράζουν οι ενδιαφερόμενοι τα διαμερίσματά τους.

Καθώς απομακρυνόμαστε από το Τεκίρ Νταγ βαδίζοντας προς την Πόλη, η κίνηση των τροχοφόρων αυξάνεται. Πλησιάζουμε σε μια άλλη αρχαία ελληνική πόλη, τη Σηλυβρία, που μέχρι το 1923 ήταν κατά 80% ελληνική. Σε μια πινακίδα πάνω στο δρόμο αντικρίζω στα τουρκικά να γράφει: Ντορτ Μιλλέτ Χαστάνεσι (Τέταρτο Στρατιωτικό Νοσοκομείο). Αρπάζω την ευκαιρία από την πινακίδα αυτή και ζητώ το μικρόφωνο του αυτοκινήτου για να πω κάποια πράγματα. Συστήθηκα στους συνεπιβάτες μας, για όσους δεν με γνώριζαν, και αμέσως μπήκα στο θέμα μας. Συγκεκριμένα τους είπα επιβεβαιώνοντας αυτά που είπε προηγουμένως ο αρχηγός μας σχετικά με τον πολυάριθμο στρατό, που υπάρχει στην περιοχή της Ανατολικής Θράκης. Και εξαιτίας του γεγονότος αυτού υπάρχουν και πολλά Στρατιωτικά Νοσοκομεία στην περιοχή. Συνεχίζοντας τους ανέφερα μερικά ιστορικά γεγονότα για τις συνθήκες των Σεβρών του 1920 και της Λωζάνης του 1923.

Επέμενα στην πρώτη συνθήκη των Σεβρών, που είχε κερδίσει ο Βενιζέλος και είχε δημιουργήσει «την Ελλάδα των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Τα σύνορά μας με την Τουρκία τότε ήταν κάπου εδώ κοντά στην περιοχή της Τσατάλτσης, τριάντα χιλιόμετρα έξω από την καρδιά της Κωνσταντινούπολης, όπου ήταν η έδρα του Σουλτάνου. Ήταν η μεγάλη νίκη των ελληνικών στρατευμάτων, που ξεχύθηκαν το 1912 από τη Μελούνα και έφτασαν το 1919 έξω από την Πόλη. Η Μεγάλη Ιδέα εκπληρώνονταν κατά ένα μεγάλο βαθμό. Η μικρή Ελλάδα του 1912 διπλασιάζονταν σε έκταση και πληθυσμό! Το όνειρο της απελευθέρωσης της Πόλης πλησίαζε να πραγματοποιηθεί! Η Κωνσταντινούπολη και τα στενά από τα Δαρδανέλια μέχρι το Βόσπορο διεθνοποιούνταν! Είχε σημάνει η μεγάλη ώρα της εκπλήρωσης των πόθων του Γένους μας και της Ιστορίας μας!

Ενώ έλεγα αυτά, ξαφνικά μπροστά μας μια πινακίδα έγραφε στα τουρκικά: Τσατάλτσα. Μετά πέρασα στα μετέπειτα γεγονότα. Τις καταστρεπτικές εκλογές του 1920, την επιστροφή του βασιλιά στην Ελλάδα, την αλλαγή της πολιτικής των Αγγλογάλλων συμμάχων μας και το μεγάλο κακό, που πάθαμε στο Μικρασιατικό Πόλεμο για να φτάσουμε στην «Κόκκινη Μηλιά». Λάθη επί λαθών και καταστροφές επί καταστροφών. Έτσι χάθηκαν ο Πόντος, η Μικρά Ασία και η Ανατολική Θράκη. Το Πατριαρχείο υπολογίζει ότι χάθηκαν γύρω στα τρία εκατομμύρια Έλληνες! Στην Ελλάδα επέστρεψαν μόνο ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες πρόσφυγες, οι οποίοι δημιούργησαν πολλά προβλήματα. Αλλά έδωσαν και νέα πνοή σε πολλούς τομείς της οικονομικής, πνευματικής και κοινωνικής ζωής στην πατρίδα μας.

Το αυτοκίνητο τραγανίζει τα χιλιόμετρα στον καλοστρωμένο δρόμο και ήδη βρισκόμαστε έξω από την Κωνσταντινούπολη. Τα κτίρια όμοια με εκείνα του Τεκίρ Νταγ! Πολυκατοικίες ομοιόμορφες σαν σπιρτοκούτια! Μια πόλη χάος, όπως λένε οι ίδιοι οι Τούρκοι. Σήμερα με την τελευταία απογραφή λέγεται ότι πλησιάζει τα δεκαεπτά εκατομμύρια. Μιάμιση φορά μεγαλύτερη από την Ελλάδα! Το 1978 τη βρήκαμε στα δύο εκατομμύρια τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες. Το 1981 φεύγοντας την αφήσαμε στα τέσσερα εκατομμύρια οχτακόσιες χιλιάδες! Σε μια τριετία είχε αύξηση πληθυσμού εκατό τοις εκατό! Σήμερα για να περάσει κανείς από την ευρωπαϊκή ακτή μέχρι το τέλος της στην ασιατική περιοχή χρειάζεται να διανύσει εκατό πενήντα χιλιόμετρα! Μια απόσταση από την Κοζάνη μέχρι τη Νέα Καλλικράτεια Χαλκιδικής, έξω από τη Θεσσαλονίκη!

Σταματώ να εξιστορώ τα ιστορικά γεγονότα και έρχομαι στην πραγματικότητα. Βρισκόμαστε λίγο έξω από τα τείχη της Βυζαντινής Πόλης. Σε λίγο θα είμαστε στο Πατριαρχείο. Βρίσκω τότε την ευκαιρία να μιλήσω λίγο για το σημερινό αρχηγό της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τον Πατριάρχη της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, το Βαρθολομαίο. Έχω μαζί μου ένα μικρό βιογραφικό του από το οποίο διαβάζω κάποια σημαντικά της ζωής του. Τους εντυπωσίασε σχεδόν όλους, όταν ανέφερα ότι ο Πατριάρχης μας έχει γενέθλια κάθε τέσσερα χρόνια! Γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου του 1940. Κάποια κυρία εντελώς αυθόρμητα και ξαφνικά λέει: «αυτό είναι σημαδιακό, να μου το θυμάστε»! Ο χρόνος θα δείξει ήταν η απάντησή μου! Ο Βαρθολομαίος τους λέω ότι έγινε Πατριάρχης πριν από δεκαέξι χρόνια και εργάζεται πολύ για να αναδείξει το Πατριαρχείο σ’ Ανατολή και Δύση. Πρώτη μέριμνά του ήταν η προώθηση της πανορθόδοξης ενότητας και συνεργασίας. Αγωνίζεται για τον διαθρησκειακό διάλογο και την αλληλοκατανόηση των διαφορετικών παραδόσεων. «Ένας πόλεμος στο όνομα της θρησκείας είναι πόλεμος κατά της θρησκείας» το λέει και το ξαναλέει. Τον έχουν ονομάσει «πράσινο» Πατριάρχη, γιατί ενδιαφέρεται για την προστασία του περιβάλλοντος. Κάνει τιτάνιο αγώνα για να επαναλειτουργήσει η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, που ήταν το φυτώριο από όπου έβγαιναν τα στελέχη του Πατριαρχείου. Κλείνοντας τους λέω ότι ο Βαρθολομαίος είναι μια πολυτάλαντη και πληθωρική προσωπικότητα. Είναι απλός, καταδεχτικός, άνθρωπος του διαλόγου, αγωνιστής, δραστήριος, κοινωνικός και πολύ επικοινωνιακός. Θα τον δούμε σε λίγο και θα καταλάβετε αυτά που σας λέω.

Τους διηγήθηκα τη συνεργασία μας κατά την τριετία της παραμονής μου στην Πόλη και τις οδηγίες του τότε για να γνωρίσουν τα ελληνόπουλα της Μεγάλης Σχολής τα ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία της Κωνσταντινούπολης. Συγκεκριμένα με παρακάλεσε κάθε Σάββατο, που ήταν κλειστά τα σχολεία, να περιτρέχω μαζί με τα παιδιά κάποια από τα μνημεία της Πόλης για να μάθουν την ιστορία τους. Αυτό έγινε για δυο χρόνια και τα αποτελέσματα ήταν καταφανή. Περιτρέξαμε με τα παιδιά σχεδόν όλα τα μνημεία. Αρχίσαμε από το Φανάρι, την έδρα του Προκαθημένου της Εκκλησίας μας. Συνεχίσαμε με την Αγία Σοφία, τον Ιππόδρομο, τα Τείχη, τα Βυζαντινά Ανάκτορα, το Πατριαρχείο, την Παναγία των Βλαχερνών, την Παναγία της Ζωοδόχου Πηγής στο Μπαλουκλή, τη Μονή της Χώρας και πολλά άλλα μνημεία και καταλήξαμε στα Πριγκιπόννησα με ξεχωριστές επισκέψεις. Πρώτα επισκεφτήκαμε την Πρίγκηπο και είδαμε το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά. Το επόμενο Σάββατο επισκεφτήκαμε τη Χάλκη, όπου είδαμε και μιλήσαμε για τη Σχολή της Χάλκης.

Μόλις μπήκαμε στην παλιά βυζαντινή Πόλη το λεωφορείο σταμάτησε. Εκεί μας περίμενε ο φιλόλογος καθηγητής Σταύρος Γιωλτζόγλου από τις Αυλές των Σερβίων. Είναι συγγενής του οδηγού από τη γυναίκα του, που κατάγεται από το Λιβαδερό Κοζάνης. Είναι αποσπασμένος στο Πανεπιστήμιο της Πόλης από το Ελληνικό Υπουργείο Παιδείας και διδάσκει ελληνική γλώσσα και φιλολογία στο τμήμα ελληνικής φιλολογίας, που υπάρχει στο Πανεπιστήμιο της Πόλης. Παρόμοιο τμήμα υπάρχει και στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας, όπου παλιότερα δίδασκε ο ίδιος. Παρόμοια τμήματα τουρκικής όμως φιλολογίας έχουμε και εμείς στο τμήμα Βαλκανικών Σπουδών στη Φλώρινα, στο τμήμα Παρευξείνιων Σπουδών στην Κομοτηνή και στο τμήμα Μεσογειακών Σπουδών στη Ρόδο. Τρεις φορές στα προηγούμενα χρόνια ο Σταύρος Γιωλτζόγλου έφερε Τούρκους φοιτητές στην Κοζάνη κατά την περίοδο του καλοκαιριού για την καλύτερη εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Τα παιδιά φιλοξενούνταν για ένα μήνα στο ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας και διδάσκονταν διάφορα μαθήματα ελληνικής γλώσσας και τοπικής ιστορίας στο Βαλταδώρειο Γυμνάσιο από εθελοντές καθηγητές, δασκάλους και τοπικούς δημοσιογράφους. Κατά τα απογεύματα και τις γιορτές έκαναν περιηγήσεις στις κοντινές πόλεις και στα γύρω χωριά.

Παίρνουμε το Σταύρο και στρίβουμε αριστερά. Βαδίζουμε έξω και παράλληλα από τα Βυζαντινά Τείχη. Ο Σταύρος θα μας ξεναγήσει και θα μας μιλήσει για τα Θεοφρούρητα Τείχη, το Πατριαρχείο, την Παναγία του Μπαλουκλή και την Παναγία των Βλαχερνών. Η ώρα πλησιάζει έντεκα και βιαζόμαστε να φτάσουμε στο Πατριαρχείο για να είμαστε συνεπείς στο ραντεβού μας με τον Πατριάρχη. Περνάμε το Βυζαντινό Επταπύργιο (το Γεντή Κουλέ) και διατρέχουμε όλη την απόσταση των Τειχών από την δυτική πλευρά τους, επτά χιλιόμετρα, και φτάνουμε μπροστά στον Κεράτιο Κόλπο. Στρίβουμε δεξιά και σε μικρή απόσταση, πεντακόσια μέτρα περίπου, φτάνουμε στο Ιστορικό Φανάρι. Εδώ βρίσκεται η έδρα του Προκαθημένου της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Με πολλή ευλάβεια μπαίνουμε από την αριστερή είσοδο στο χώρο του προαυλίου του Πατριαρχείου. Μας γίνεται μια μικρή ξενάγηση για τη μεσαία πόρτα, όπου κατά το 1821 κρεμάστηκε ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ και από τότε έμεινε κλειστή. Μας ειδοποιούν ότι ο Πατριάρχης μας περιμένει και γρήγορα ανεβαίνουμε στο νεόκτιστο κτίριο του Πατριαρχείου, που έγινε στα 1992 με δωρεά του Μεγάλου Ευεργέτη του Πατριαρχείου Παναγιώτη Αγγελόπουλου. Στο μεγάλο σαλόνι του τρίτου ορόφου συγκεντρωνόμαστε και ο Πατριάρχης κάνει την εμφάνισή του. Μας καλωσορίζει ευλογώντας και με πολύ καλά λόγια μας εύχεται να περάσουμε ευχάριστα τις μέρες, που θα μείνουμε στη φιλόξενη Πόλη τους. Μας είπε ότι την ερχόμενη Πέμπτη αναμένει στην Πόλη τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο, με τον οποίον θα συλλειτουργήσουν την επόμενη Κυριακή των Μυροφόρων στην Παναγία του Μπαλουκλή. Και αμέσως μετά θα επισκεφτεί την Ελλάδα κατά την επόμενη εβδομάδα, όπου θα επισκεφτεί την Αθήνα και τη Λάρισα. Στο τέλος ο πρωτοψάλτης μας Βαγγέλης Τιάκας και ο υπογραφόμενος ψάλαμε τη φήμη του, ενώ το τηλεοπτικό συνεργείο του Πατριαρχείου και ο δικός μας Παναγιώτης Τσεγγενές μαγνητοσκοπούν όλη τη συνάντησή μας. Μετά μας χαιρέτησε όλους χαρίζοντάς μας από ένα σταυρουδάκι με το μονόγραμμά του και ένα κόκκινο πασχαλινό αυγό. Όλοι οι προσκυνητές ασπαστήκαμε το άγιο χέρι του Πατριάρχη και πήραμε την ευχή και την ευλογία του. Ο αρχηγός μας του έδωσε μια μικρή τσάντα με κάποιο δώρο και εκείνος του εξέφρασε την ευαρέσκεια του Πατριαρχείου για το μεγάλο καλό, που κάνει το πρακτορείο «Ίκαρος Τουρς» να φέρνει στην Πόλη προσκυνητές από την Ελλάδα.

Αμέσως του προσέφερα και εγώ μια τσάντα μ’ ένα μπουκάλι ενάμιση λίτρου κρασί από το χωριό μου, την Αγία Παρασκευή, και τα τρία τελευταία βιβλία μου, που αναφέρονται στην ιστορία του χωριού μου. Θυμήθηκε τη συνεργασία μας στην τριετία 1978-1981 και με ευχαρίστησε συγκινημένος. Με ρώτησε κάποια πράγματα για τη ζωή μου και την οικογένειά μου.

Στο τέλος μαζευτήκαμε γύρω του και φωτογραφηθήκαμε. Τον αποχαιρετήσαμε συγκινημένοι και κατεβήκαμε τις σκάλες του κτιρίου για να επισκεφτούμε και να προσκυνήσουμε τον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου. Η γυναίκα μου και εγώ μείναμε στο δεύτερο όροφο του κτιρίου, όπου εργάζεται ο μαθητής μου αρχιμανδρίτης Ελπιδοφόρος Λαμπρίδης. Τον είδαμε, μιλήσαμε για λίγο και προσφέροντας μια τσάντα με το ίδιο περιεχόμενο μ’ εκείνο του Πατριάρχη τον αποχαιρετήσαμε. Κατεβήκαμε γρήγορα τις σκάλες για να προλάβουμε τους φίλους μας. Εκείνοι είχαν τελειώσει την ξενάγηση της εκκλησίας και ήταν έτοιμοι για το λεωφορείο. Ανάψαμε ένα κερί στο νάρθηκα του ναού, ρίξαμε μια ματιά στο εσωτερικό του ναού, που είχαμε να δούμε είκοσι επτά χρόνια, και βγήκαμε έξω για να ακολουθήσουμε τους φίλους μας. Στο προαύλιο του ναού δώσαμε σε κάποιον ομογενή και την τρίτη τσάντα μας με το ίδιο περιεχόμενο, που προορίζονταν για το φίλο μας Μητροπολίτη Μύρων Χρυσόστομο Καλαϊτζή.

Βγαίνουμε από το χώρο του Πατριαρχείου και γυρίζουμε πίσω από τον ίδιο δρόμο για να πάμε να επισκεφτούμε την Παναγία του Μπαλουκλή. Ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Ζωοδόχου Ζωής του Μπαλουκλή βρίσκεται έξω από τα Τείχη. Ξαναβλέπουμε τα Τείχη, ενώ ο Σταύρος μας μιλάει για την τεχνική της κατασκευής τους, το μήκος και το πλάτος τους, τις πύλες και το σκοπό, που εξυπηρετούσαν. Στη μέση της απόστασης των Τειχών στρίβουμε δεξιά και μπαίνουμε σ’ ένα χώρο, όπου υπάρχουν απέραντα νεκροταφεία. Τουρκικά, Αρμένικα και Ελληνικά. Βαδίζουμε ολοταχώς προς την Παναγία του Μπαλουκλή, όπου θάβονται οι Πατριάρχες μας και οι Μεγάλοι Ευεργέτες.

Φτάνουμε στην εκκλησία και μπαίνουμε με τάξη και ευλάβεια στο προαύλιο. Ο Σταύρος μας μιλάει για το ιστορικό της εκκλησίας και το θρύλο με το μοναχό και τα ψάρια. Η παράδοση λέει ότι λίγο πριν πέσει η Πόλη στα χέρια του Μωάμεθ του Πορθητή, κάποιος Τούρκος στρατιώτης μπήκε στο μοναστήρι και λέει στον Έλληνα καλόγερο, που τηγάνιζε ψάρια, ότι οι Τούρκοι πήραν την Πόλη. «Ποτέ δεν θα την πάρουν την Πόλη οι Τούρκοι» λέει ο καλόγερος. «Τότε θα το πιστέψω αυτό, αν αυτά τα ψάρια τα τηγανισμένα ζωντανέψουν!». Δεν απόσωσε το λόγο και τα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι ζωντανά και έπεσαν σ’ ένα νερό εκεί κοντά. Και είναι ως τα σήμερα τα ζωντανεμένα εκείνα ψάρια στου Μπαλουκλή και θα βρίσκονται εκεί μισοτηγανισμένα και ζωντανά, ώσπου να έρθει η ώρα να πάρουμε την Πόλη. Τότε λέει η παράδοση θα έρθει ένας άλλος καλόγερος να τα αποτηγανίσει.

Κατεβαίνουμε μια σκάλα βλέπουμε την πισίνα με τα ψάρια και βγαίνουμε στην αυλή της εκκλησίας, όπου βρίσκονται οι τάφοι των Πατριαρχών και των Μεγάλων Ευεργετών. Ο Σταύρος μας λέει κάποια πράγματα για τους τάφους των Πατριαρχών και αμέσως μετά μπαίνουμε στην εκκλησία, ανάβουμε ένα κερί και προσκυνούμε την ιερή εικόνα της Παναγίας της Ζωοδόχου Ζωής.

Βγαίνουμε έξω και κατευθυνόμαστε προς την Παναγία των Βλαχερνών. Αυτή βρίσκεται κοντά στο Πατριαρχείο. Ξαναπαίρνουμε τον ίδιο δρόμο προς το Πατριαρχείο έξω από τα Τείχη. Ο Σταύρος συνεχίζει την ξενάγηση για τα Θεοφρούρητα Τείχη και τις πύλες τους. Μετά το Επταπύργιο (Γεντή Κουλέ), όπου υπήρχε η Χρυσή Πύλη προσπερνάμε τις υπόλοιπες πύλες με τη σειρά. Την Πύλη του Βελιγραδίου (Μπελγράτ Καπί), την Πύλη της Σηλυβρίας (Σιλιβρί Καρί), την Πύλη Πολυάνδρου (Μεβλανάτ Καπί), την Πύλη του Ρωμανού (πύλη του Τοπ Καπί), όπου σκοτώθηκε ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας, την Πύλη της Αδριανούπολης (Εντιρνέ Καπί), την Πύλη του Χαρσίου με τρεις πυλίδες, μια από τις οποίες ήταν η Κερκόπορτα απ’ όπου μπήκαν οι Τούρκοι στην Πόλη και τελευταία η Καλλιγαρία Πύλη, που δεν σώζεται δίπλα στον Κεράτιο Κόλπο. Στο σημείο της Κερκόπορτας ο ξεναγός μας λέει να προσέξουμε ιδιαίτερα τη μικρή πύλη, που κατά την παράδοση στάθηκε μοιραία για ολόκληρη την Αυτοκρατορία μας.

Φτάνουμε στην Παναγία των Βλαχερνών και ακολουθεί και εδώ η ξενάγηση με κάθε λεπτομέρεια για τα γεγονότα της πολιορκίας της Πόλης από τους Αβάρους κατά το 626. Τότε που όλος ο λαός της Πόλης έψαλλε ολόκληρη τη νύχτα τον Ακάθιστο Ύμνο. Παρότι είμαστε κουρασμένοι και νυσταγμένοι παρακολουθούμε με πολλή προσοχή τον ξεναγό μας, που ξέρει πολύ καλά την ιστορία μας. Στο τέλος ψάλλουμε το απολυτίκιο «Τη Υπερμάχω Στατηγώ τα νικητήρια» και αναχωρούμε για το ξενοδοχείο, που βρίσκεται απέναντι από τον Κεράτιο Κόλπο στο Πέραν, όπως έλεγαν οι Βυζαντινοί την περιοχή απέναντι από την Πόλη. Βρίσκεται στη συνοικία του Τεπέμπασι και φέρει την ονομασία «EURO PALLAS HOTEL».

Περνάμε την πρώτη γέφυρα του Κεράτιου Κόλπου, που ονομάζεται «Γέφυρα του Ατατούρκ», του ιδρυτή του νέου τουρκικού κράτους. Δίνονται από τον Σταύρο οι σχετικές πληροφορίες και καθώς ανεβαίνουμε προς το Πέραν αντικρίζουμε τον Πύργο του Γαλατά. Ακούμε και για τον Πύργο το ιστορικό της ίδρυσής του και μέσω της πλατείας Ταξίμ φτάνουμε στο ξενοδοχείο. Εδώ γίνεται στα γρήγορα η τακτοποίησή μας στα δωμάτια. Η ώρα είναι γύρω στις δυο και μισή το μεσημέρι. Μπαίνουμε στα δωμάτια, τρώμε ό,τι είχαμε μαζί μας από την Ελλάδα, κάνουμε ένα γρήγορο μπάνιο και το ρίχνουμε στον ύπνο. Είμαστε κατάκοποι από το ολονύχτιο ταξίδι και τις πρωινές ξεναγήσεις στο Πατριαρχείο και τις δυο βυζαντινές εκκλησίες.

Το ραντεβού μας είναι στις έξι ακριβώς να είμαστε στο σαλόνι του ξενοδοχείου για να πάμε στην πλατεία του Ταξίμ. Να κάνουμε συνάλλαγμα και να περπατήσουμε στον πεζόδρομο της Ιστικλάρ Τσαντεσί (Οδός Ανεξαρτησίας). Στο δρόμο αυτό και στις παρόδους του βρίσκονται το Γενικό Ελληνικό Προξενείο, η μεγαλοπρεπής Εκκλησία της Αγίας Τριάδας, δίπλα της το Ζάππειο Παρθεναγωγείο(παλιό μεγάλο Γυμνάσιο-Λύκειο Θηλέων) και παρακάτω το Ζωγράφειο (Γυμνάσιο-Λύκειο Αρρένων). Τα δυο σχολεία λειτουργούν και σήμερα με λίγους μαθητές. Ενενήντα το πρώτο και εβδομήντα το δεύτερο.

Περπατώντας στο Μεγάλο Δρόμο, όπως τον έλεγαν παλιά οι ομογενείς, είχαμε και μια απρόσμενη έκπληξη. Ενώ συζητούσαμε και προσπαθούσα να δείξω στους φίλους εκδρομείς τα παλιά κτίρια, που βασικά ανήκαν στους Έλληνες ομογενείς της Πόλης, βλέπουμε δίπλα μας ένα ψηλόσωμο γεροντάκι! Ήταν ο παλιός διευθυντής του Ζωγραφείου, ο Δημήτρης Φραγκόπουλος. Τον κοιτάζω προσεκτικά και δεν πιστεύω τα μάτια μου! Για να βεβαιωθώ τον ρωτώ: Ο κύριος Φραγκόπουλος; Με κοιτάζει χαμογελαστά και μου απαντάει: Έτσι φαίνεται! Αγκαλιές, φιλιά, δάκρυα! Με θυμήθηκε, όταν του είπα ποιος είμαι. Ήσουνα, μου λέει, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Οι φίλοι γύρω μας γελούν και παρακολουθούν τη σκηνή άφωνοι! Ο κάμεραμαν της εκδρομής Παναγιώτης Τσιγγενές, που παρακολουθεί από κοντά και μαγνητοσκοπεί όλα τα γεγονότα, απαθανατίζει τη σκηνή με την κάμερά του.

Πάμε, του λέω, να δούμε το Ζωγράφειο. Να δουν οι φίλοι και συνάδελφοι τι σχολεία είχαν και έχουν οι ομογενείς στην Πόλη! Περπατάμε γύρω στα εκατό μέτρα και στρίβουμε αριστερά. Το Μεγαλοπρεπές Ζωγράφειο ξεπροβάλλει μπροστά μας σφηνωμένο μέσα σ’ ένα κυκεώνα κτιρίων. Η είσοδος του Σχολείου είναι αρχαιοπρεπής! Δυο μεγάλες λευκές μαρμάρινες δωρικές κολόνες ανάμεσα σε δυο κλασικές παραστάδες εντυπωσιάζουν τον επισκέπτη! Χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας και ο φύλακας του Σχολείου μας ανοίγει. Μπαίνουμε στη μεγάλη σάλα και όλοι βλέπουμε τις αίθουσες δεξιά και αριστερά, τα γραφεία και τη μεγαλοπρεπή μαρμάρινη σκάλα, που οδηγεί στον επάνω όροφο.

Ο κύριος Φραγκόπουλος μας λέει ότι κάποτε εδώ φοιτούσαν εφτακόσια πενήντα αγόρια, ενώ στο Ζάππειο τα κορίτσια πλησίαζαν τα χίλια. Εκεί κοντά υπήρχε και το Κεντρικό Γυμνάσιο. Ήταν Μεικτό Σχολείο Μέσης Εκπαίδευσης, όπου φοιτούσαν άλλα πεντακόσια αγόρια και κορίτσια! Αυτά τα στοιχεία, μας λέει, είναι από τη δεκαετία του πενήντα! Αυτά ήταν τα κοσμικά σχολεία στο Πέραν της Πόλης. Το Πατριαρχείο στην παλιά Πόλη είχε τα δικά του σχολεία. Τη Μεγάλη του Γένους Σχολή για τα αγόρια και το Ιωακείμιο Γυμνάσιο-Λύκειο για τα κορίτσια. Και ο αριθμός των μαθητών σ’ αυτά τα σχολεία ήταν επίσης μεγάλος. Πριν από τριάντα χρόνια, όταν ο υπογραφόμενος ήμουνα εκεί αποσπασμένος από το Γυμνάσιο Θηλέων Κοζάνης, είχαμε εκατόν είκοσι έξι αγόρια.(σχολικό έτος 1978-79), και το Ιωακείμιο είχε γύρω στα εβδομήντα κορίτσια. Σήμερα το Ιωακείμιο έκλεισε, ενώ η Σχολή έχει γύρω στα εξήντα αγόρια και αυτά είναι όλα αραβόφωνα. Πολύ ζοφερή η κατάσταση για τα Σχολεία και τον Ελληνισμό της Πόλης!

Αποχαιρετούμε τον κύριο Φραγκόπουλο και περπατάμε λίγο παρακάτω, όπου βρίσκεται το Γενικό Ελληνικό Προξενείο σ’ ένα νεοκλασικό κτίριο, δωρεά κάποιου πλούσιου ομογενή. Γυρίζουμε στο μεγάλο δρόμο και περπατάμε μέσα σ’ ένα πλήθος αλλόθρησκων και αλλογενών! Βλέπουμε τα καταστήματα, τα νεοκλασικά κτίρια, τις τούρκικες πιτσαρίες, τους Τούρκους μαγαζάτορες να μας προσκαλούν με τα λίγα ελληνικά τους. Λίγο παρακάτω είναι το Σταυροδρόμι με την Εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εδώ γύρω ζούσε η αφρόκρεμα της ελληνικής ομογένειας μέχρι το 1955.

Στις επτά και μισή το απόγευμα το λεωφορείο μας παραλαμβάνει από την πλατεία Ταξίμ και κατευθυνόμαστε προς την παλιά Πόλη. Μαζί μας τώρα βρίσκεται ο νέος ξεναγός, που θα μας ξεναγήσει τις δυο επόμενες μέρες στα μεγάλα μνημεία της Πόλης. Είναι ο Τανέρ Χουσεΐν από την Κομοτηνή. Μουσουλμάνος Έλληνας που σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Πόλης Τουρκική Φιλολογία, αφού τελείωσε το Γενικό Ελληνικό Λύκειο της Ξάνθης. Γνωρίζει πολύ καλά τα ελληνικά και μας συστήνεται σαν πατριώτης. Παντρεύτηκε στην Πόλη και ζει με τη γυναίκα του και το κοριτσάκι τους από τη εργασία του ξεναγού.

Κατεβαίνουμε στο Βόσπορο μπροστά από το μεγάλο στάδιο Ινονού και στρίβοντας προς τα δεξιά παίρνουμε τον παραλιακό δρόμο προς τη γέφυρα του Γαλατά. Είναι η δεύτερη γέφυρα του Κεράτιου Κόλπου. Περνάμε το Καράκιοϊ, τη γέφυρα και μπαίνουμε στην παλιά Πόλη. Μπροστά μας το Γενί Τζαμί και η αιγυπτιακή αγορά. Συνεχίζουμε τη διαδρομή μας προς τα αριστερά μπροστά από το μεγάλο σιδηροδρομικό σταθμό της Πόλης, το Σίρκεζι, και παίρνουμε τον παραλιακό δρόμο της θάλασσας του Μαρμαρά. Στο Κουμ Καπί, στο βυζαντινό Κοντοσκάλι, σταματάμε.

Εδώ βρίσκονται πολλές ταβέρνες και εστιατόρια για φαγητό. Σε κάποια ταβέρνα στρωνόμαστε όλοι και το βραδινό φαγητό, κοινό για όλους, έρχεται πλούσιο. Σε λίγο αρχίζουν Τούρκοι οργανοπαίχτες να παίζουν νησιώτικα τραγούδια μας με κλαρίνα και μπουζούκια. Μπαίνουμε στο κέφι και ο χορός δεν άργησε να στηθεί. Στους Τούρκους οργανοπαίχτες κερνάμε άλλοι τούρκικες λίρες, άλλοι δολάρια και άλλοι ευρώ. Σε λίγο παρουσιάζεται και μια μικρούλα τουρκάλα, που είναι μισόγυμνη! Το κέφι παίρνει διαστάσεις και οι πιο μερακλήδες σηκώνονται και χορεύουν με το μικρό χανουμάκι. Κάποιοι την κερνούν χρήματα, βάζοντας στο στήθος της. Ο κάμεραμαν της εκδρομής μας δεν αφήνει να πάει χαμένη καμιά σκηνή. Τις απαθανατίζει όλες! Οι γυναίκες μας δυσανασχετούν, γελούν, και κάποιες λένε να φύγουμε, αλλά οι περιστάσεις απαιτούν να μείνουμε, γιατί κάτι τέτοια γίνονται και επιτρέπονται! Αργά αφού γλεντήσαμε με πολύ κέφι γυρίσαμε στο ξενοδοχείο, όπου κοιμηθήκαμε «διαβασμένοι».

Την άλλη μέρα, Τρίτη 6 Μαΐου 2008, στις οχτώ και μισή είμαστε στο σαλόνι του ξενοδοχείου και ξεκινούμε για τις ξεναγήσεις των πολύ σημαντικών μνημείων στο Βυζαντινό Ιππόδρομο. Αλλάζουμε θέσεις στο λεωφορείο και κατεβαίνουμε προς τη γέφυρα του Ατατούρκ στον Κεράτιο Κόλπο. Στρίβουμε αριστερά, περνούμε το Γενί Τζαμί και στα δεξιά του παίρνουμε την ανηφόρα για τον Ιππόδρομο, την Αγία Σοφία και το Μπλέ Τζαμί. Το λεωφορείο σταματάει στο επάνω μέρος του Ιπποδρόμου, απέναντι από το Μπλέ Τζαμί. Κατεβαίνουμε και συγκεντρωνόμαστε μπροστά στη Γερμανική Κρήνη. Ο ξεναγός μας αρχίζει το έργο του.

 Μας μιλάει στην αρχή για τον Βυζαντινό Ιππόδρομο, που σήμερα λέγεται Πλατεία Σουλτάν Αχμέτ. Είχε 480 μέτρα μήκος και 117 πλάτος. Χωρούσε δε εκατό χιλιάδες κόσμο. Εδώ γίνονταν οι βυζαντινές ιπποδρομίες και όλες οι επίσημες εκδηλώσεις των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων. Εδώ έγινε η Στάση του Νίκα και εδώ ο λαός ζητωκραύγαζε τους οπαδούς του, που ήταν οι Δήμοι. Οι Πράσινοι, οι Βένετοι, οι Κίτρινοι και άλλοι. Αυτοί είναι κάπως, θα έλεγα, οι πρόγονοι των σημερινών κομμάτων. Όλος ο χώρος ήταν γεμάτος από αγάλματα, δημόσια κτίρια, οβελίσκους, στάβλους, καλύβες και πολλά άλλα. Κάποια από τα παλιά μνημεία υπάρχουν ακόμη στις θέσεις τους. Όπως ο Αιγυπτιακός Οβελίσκος, που τον έφερε από την Αίγυπτο ο Μέγας Θεοδόσιος. Η μπρούτζινη οφιοειδής στήλη, που την έφερε ο Μέγας Κωνσταντίνος από τους Δελφούς. Η στήλη του Κωνσταντίνου του Ζ΄, που έγινε για να τιμηθεί ο Βασίλειος ο Α΄ο Μακεδόνας, ο παππούς του.

Αμέσως μετά μας λέγει δυο λόγια για την Γερμανική Κρήνη, που στάλθηκε από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Κάιζερ Γουλιέλμο Β΄ ως δώρο στο Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β΄. Έχει επτά βρύσες και ο στολισμένος με χρυσά μωσαϊκά τρούλος της υποβαστάζεται από οχτώ πράσινες μαρμάρινες κολόνες.

Δίπλα μας βρίσκεται το Σουλτάν Αχμέτ Τζαμί ή Μπλε Τζαμί. Ετοιμαζόμαστε να μπούμε από τη νότια πύλη του, ενώ πολύς κόσμος περιμένει στην ουρά. Βγάζουμε τα παπούτσια μας, τα τοποθετούμε σε τσάντες, που μας δόθηκαν, και προχωρούμε ανυπόδητοι πάνω σε ανατολίτικα χαλιά με τάξη και σειρά, όπως αρμόζει σε πολιτισμένους ανθρώπους, που επισκέπτονται ένα ιερό οποιασδήποτε θρησκείας. Φτάνουμε στο κέντρο του ιερού και θαυμάζουμε την κατασκευή του. Ο ξεναγός μας λέει μερικά πράγματα για το ιστορικό του. Ο μηχανικός θέλησε να μιμηθεί την Αγία Σοφία, που βρίσκεται απέναντί μας προς το βοριά. Παρότι μουσουλμάνος ο ξεναγός δέχεται ότι ο μηχανικός του Τζαμιού δεν μπόρεσε να πλησιάσει τους μηχανικούς της Αγίας Σοφίας. Γι’ αυτό και οι διαστάσεις του Τζαμιού είναι μικρότερες.

Βγαίνουμε έξω και κατευθυνόμαστε προς την Αγία Σοφία. Στο δρόμο μας Τούρκοι φωτογράφοι μας υποδεικνύουν να καθίσουμε σε ειδικά καθίσματα για να φωτογραφηθούμε με φόντο το Σύμβολο της Ορθοδοξίας μας. Τα μάτια όλων είναι στραμμένα στο μεγάλο τρούλο και το πορτοκαλόχρωμο τόξο της Αγίας Σοφίας! Καθόμαστε περιχαρείς, γιατί θα έχουμε φωτογραφηθεί με το Μνημείο-Θρύλο της Φυλής μας και των ονείρων μας!

Πλησιάζουμε, βγάζουμε εισιτήρια και στεκόμαστε στη δυτική πλευρά του μνημείου, όπου αρχίζει η ξενάγηση. Ο Τανέρ ξέρει πολύ καλά το ιστορικό του και μας μιλάει με κάθε λεπτομέρεια για όλες τις εκκλησίες της Αγίας Σοφίας, που κτίστηκαν πριν από την τελευταία του Ιουστινιανού. Μας δείχνει κάποια αρχιτεκτονικά μέλη, που βρίσκονται κάτω, από τις προηγούμενες εκκλησίες και μας τονίζει ότι εδώ υπήρχε το Αίθριο με τη μαρμάρινη κρήνη και την επιγραφή «Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν». Μπαίνουμε μέσα από τη δυτική πύλη του εξωνάρθηκα. Η συγκίνηση φαίνεται στα πρόσωπα όλων μας! Ο ξεναγός συνεχίζει να μιλάει για τα ψηφιδωτά του νάρθηκα, αλλά εμείς γυρίζουμε στα παλιά! Η σκέψη μας τρέχει πολύ πίσω! Στις βυζαντινές δόξες, στις λαμπρές τελετές, στις στέψεις των αυτοκρατόρων, στους θριάμβους από τις νίκες τους, στη μεγαλοπρέπεια των μεγάλων εορτών, στις χειροτονίες των Πατριαρχών, στην Τελευταία Λειτουργία. Τότε που «έψαλλε ζερβά ο Βασιλιάς, δεξιά ο Πατριάρχης και από την πολλή την ψαλμωδιά εσειόνταν οι κολόνες».

Ο Τανέρ το αντιλαμβάνεται και σηκώνει τη φωνή του για να μας συνεφέρει. Προχωρεί από τις τεράστιες εισόδους στον εσωτερικό νάρθηκα και μας προτρέπει να δούμε το ψηφιδωτό, που βρίσκεται πάνω από τη Βασιλική Πύλη. Απεικονίζεται ένας αυτοκράτορας γονυπετής να παραλαμβάνει τη Θεία Σοφία από τον ένθρονο Χριστό ή ζητάει συγχώρηση για τα αμαρτήματά του. Εισερχόμαστε στο εσωτερικό του Κυρίως Ναού και στρέφουμε τα μάτια μας προς τον τρούλο. Τι θέαμα είναι αυτό, Θεέ μου! Ένας τρούλος τεράστιος! Σαράντα παράθυρα γύρω-γύρω! Πώς κρατιέται τόσος όγκος και με τέτοιες διαστάσεις! Λες και κρατιέται από τον ουρανό! Δημιουργεί την εντύπωση ότι δεν αποτελεί τμήμα του κτιρίου, αλλά μοιάζει να αιωρείται σα χρυσή σφαίρα από τον ουρανό! Ναι! Ο τρούλος της Αγίας Σοφίας είναι ο ανθρώπινος ουρανός! Είναι το ανθρώπινο δημιούργημα! Ο άλλος, ο εξωτερικός τρούλος, ο μεγάλος ουρανός, είναι το δημιούργημα του Θεού του Παντοκράτορος!

Αποσβολωμένοι μένουμε για αρκετή ώρα κοιτάζοντας τον επίγειο ουρανό! Δίπλα μας υπάρχουν πολλοί προσκυνητές. Πολλά άλλα γκρουπ, που μιλούν όλες τις γλώσσες του κόσμου. Ο ξεναγός μας λέει διάφορα νούμερα, φωνάζει να τον παρακολουθούμε, αλλά εμείς είμαστε απορροφημένοι από το εξαίσιο θέαμα. Η γυναίκα μου και εγώ ήταν η πολλοστή φορά, που μπαίναμε στο Ναό. Είκοσι επτά χρόνια όμως ήταν αρκετά, που δεν τον αντικρίσαμε! Πάλι τα φυλλοκάρδια μας χτυπούνε! Το στομάχι μας αναστατώνεται! Βλέπω κάποιες κυρίες δίπλα μας να τρέμουν ολόκληρες από συγκίνηση! Ο πρωτοψάλτης Βαγγέλης με πλησιάζει και μου λέει με τρεμουλιαστή φωνή! Γιώργο, τι είναι αυτά; Πώς τα χάσαμε; Η απάντησή μου ήταν αυθόρμητη: Τι είχαμε, τι χάσαμε, τι πρέπει, όπως λέει και ο ποιητής. Το πλήρωμα του χρόνου δεν ήρθε ακόμη, Βαγγέλη! Αλλά ελπίζουμε!

Περιτρέχουμε τον τεράστιο χώρο, όπου τριάντα πέντε χιλιάδες κόσμο χωρούσε! Ανεβαίνουμε στο υπερώο από το βορινό μέρος του εσωτερικού νάρθηκα από ένα ευρύχωρο ανηφορικό δρομάκι με πολλές γύρες. Από ψηλά το θέαμα είναι πολύ καλύτερο! Παρατηρούμε τους τέσσερες πεσσούς, που κρατούν τον τεράστιο τρούλο. Βλέπουμε τα τεράστια τόξα, τα σφαιρικά τρίγωνα, τους κίονες με τα καλοφτιαγμένα κιονόκρανα, σα δαντέλα, που φέρουν τα μονογράμματα του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας. Παρακολουθούμε το πλήθος των κιόνων από το δάπεδο μέχρι ψηλά. Άλλοι είναι πράσινοι, άλλοι κόκκινοι και άλλοι λευκοί με λευκές βάσεις και καταλαβαίνουμε το ρόλο τους, να υποβαστάζουν τα μικρότερα τμήματα του κτιρίου.

Ακούμε τον ξεναγό να μας μιλάει για τα εναπομείναντα ψηφιδωτά και περιτρέχουμε όλο το γυναικωνίτη. Στο νότιο τοίχο βλέπουμε το μεγάλο ψηφιδωτό της Δέησης από την εποχή των Παλαιολόγων. Στον ανατολικό τοίχο αντικρίζουμε δυο θαυμάσια ψηφιδωτά. Το πρώτο του Χριστού σε στάση ευλογίας πάνω σε θρόνο και δεξιά του ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μονομάχος και αριστερά η γυναίκα του Ζωή. Το δεύτερο απεικονίζει την Παναγία να κρατά το μικρό Χριστό. Δεξιά και αριστερά της ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Β΄ ο Κομνηνός και η γυναίκα του Ειρήνη προσφέρουν δώρα στην Παναγία.

Σε κάποια σημεία στους τοίχους του μεγαλοπρεπούς κτιρίου βλέπουμε συνδεδεμένα καλώδια με μηχανισμούς που αναβοσβήνουν συνεχώς. Ρωτούμε τον ξεναγό μας και παίρνουμε την απάντηση ότι είναι μηχανήματα, που παρακολουθούν την αντοχή και τη στατικότητα του κτιρίου. Σε περίπτωση κάποιου μεγάλου σεισμού, μας επεξηγεί, ο Τανέρ, ότι το μνημείο θα καταρρεύσει! Χωρίς να περιμένει τις αντιδράσεις, μας λέει ότι δεν υπάρχει από τη σημερινή πολιτική κατάσταση το ενδιαφέρον για τη διάσωση του μνημείου. Πράγματι η αλήθεια αυτή είναι διαχρονική για τους γείτονές μας! Ό,τι έχει σχέση με τον Ελληνισμό και το Χριστιανισμό πρέπει να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της σημερινής Τουρκίας!

Κατεβαίνουμε από το ίδιο δρομάκι και βγαίνουμε έξω από τη νοτιοδυτική πύλη συγκινημένοι και πολύ υποψιασμένοι όχι μόνο για το μέλλον της Αγίας Σοφίας, αλλά και για όλα τα χριστιανικά μνημεία της Πόλης! Στην έξοδο ο ξεναγός μας παρακαλεί να ρίξουμε μια τελευταία ματιά σ’ ένα από τα καλύτερα ψηφιδωτά του μνημείου, που βρίσκεται στο τύμπανο της πύλης, που περπατάμε. Απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη με το Χριστό στην αγκαλιά της. Αριστερά της ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος της προσφέρει συμβολικά την Πόλη, ενώ δεξιά της ο Ιουστινιανός της προσφέρει τη μακέτα της Αγίας Σοφίας.

Μια κυρία της παρέας μας με πλησιάζει και μου λέει: «Φτάνει πια, δεν θέλω να δω τίποτε άλλο! Να φύγουμε τώρα για την Ελλάδα! Το όνειρό μου αυτό ήταν. Να έρθω  στην Πόλη και να προσκυνήσω στην Αγία Σοφία. Δεν θέλω τίποτε άλλο». Δεν είπα τίποτε. Μόνο κούνησα το κεφάλι μου!

Βγαίνουμε έξω από το χώρο της Αγίας Σοφίας και καθόμαστε στο διπλανό καφενείο για να πάρουμε λίγο αέρα. Να πάρουμε κάτι να πιούμε. Να συζητήσουμε λίγο για όσα είδαμε. Να ξεκουραστούμε κάπως! Να συνέλθουμε από την ταραχή και τη μεγάλη συγκίνηση!

Μετά από μισή ώρα ο ξεναγός μας φωνάζει να κατευθυνθούμε στα δυτικά της Αγίας Σοφίας στον κατηφορικό δρόμο, όπου βρίσκεται η Βασιλική Δεξαμενή. Είναι το τουρκικό Γιερέ Μπατάν Σαρνιτζί. Είναι η μεγάλη δεξαμενή, που έγινε από τον Ιουστινιανό για να έχει πόσιμο νερό η Πόλη σε περίπτωση πολιορκίας. Το νερό μεταφέρονταν από το Δάσος Βελιγραδίου, 25 χιλιόμετρα έξω από την Πόλη. Κτίστηκε σε έκταση δέκα στρεμμάτων και χωρούσε ογδόντα χιλιάδες κυβικά μέτρα νερό. Οι 336 κίονες που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση της δεξαμενής προέρχονται από διάφορα παλιά ρωμαϊκά κτίσματα και είναι ιωνικοί, δωρικοί και κορινθιακοί με εννιά μέτρα ύψος. Έχει μήκος 143 μέτρα και πλάτος 65.

Αξιοθέατο στη δεξαμενή αποτελούν δυο Μέδουσες, που έχουν τοποθετηθεί ως βάσεις δυο κιόνων, αλλά, επειδή ήταν βυθισμένες στο νερό, οι τεχνίτες αδιαφόρησαν για τη σωστή τοποθέτησή τους και τις έβαλαν τη μια ανάποδα και την άλλη πλαγιαστά. Υπάρχει και άλλη ερμηνεία, που είναι περισσότερο αληθοφανής και πιο κοντά στα πράγματα σύμφωνα με τις αντιλήψεις των αρχαίων για τις Μέδουσες.. Οι Μέδουσες ήταν μυθικά τέρατα με μαλλιά σα φίδια γύρω από τα κεφάλια τους και με δόντια μακριά σα χαυλιόδοντες. Είχαν χάλκινα χέρια και χρυσά φτερά που πετούσαν στον αιθέρα. Όσους συναντούσαν τους απολίθωναν. Έτσι ο βυζαντινός καλλιτέχνης γνώριζε πολύ καλά το έργο των Μεδουσών και γι’ αυτό τις έβαλε ανάποδα για να μη μπορούν να βλέπουν τους ανθρώπους κανονικά και να τους κάνουν κάποιο κακό.

Η ώρα πλησιάζει μία το μεσημέρι. Βγαίνουμε από την Βασιλική Δεξαμενή και συγκεντρωνόμαστε στο πάρκο του Ιπποδρόμου, όπου μας περιμένει το λεωφορείο. Δυο γυναίκες όμως απουσίαζαν! Με τα κίτρινα καπέλα που μας προμήθευσε ο αρχηγός και τα φοράμε όλοι μας γρήγορα τις ανακαλύπτομε και φεύγουμε για τη Γέφυρα του Γαλατά προς τον Κεράτιο Κόλπο. Εκεί βρίσκονται μικρά καράβια που κάνουν κρουαζιέρες στο Βόσπορο και τα νησιά.

Φτάνουμε στη γέφυρα του Γαλατά, νοικιάζουμε ένα καράβι, μπαίνουμε μέσα και περνώντας κάτω από τη γέφυρα ανοιγόμαστε στο Βόσπορο. Το ταξιδάκι είναι θαυμάσιο! Ο Βόσπορος είναι γεμάτος από μικρά και μεγάλα καράβια. Άλλα κατεβαίνουν και άλλα ανεβαίνουν. Η ατμόσφαιρα είναι φανταστική! Δεξιά και αριστερά η πολύβουη Πόλη διακρίνεται σ’ όλο το μεγαλείο της! Στο βάθος διακρίνονται οι δυο μεγάλες κρεμαστές γέφυρες, που έδεσαν την Ευρώπη με την Ασία. Τεράστια σύγχρονα τεχνολογικά έργα, που τιμούν τον άνθρωπο, αλλά πολύ περισσότερο αναδεικνύουν την ανάπτυξη της σημερινής Τουρκίας. Αριστερά μας αντικρίζουμε το παλάτι του Ντολμά Μπαχτσέ, το τελευταίο των Τούρκων Σουλτάνων, ενώ δεξιά και κάπως μακρύτερα φαίνεται η βυζαντινή Χαλκηδόνα, το σημερινό Καντίκιοϊ. Αστράφτουν τα γυάλινα βιτρώ τζάμια του παλατιού στο μεσημεριάτικο ήλιο, ενώ οι κεραμοσκεπείς στέγες ξεχωρίζουν από τα διπλανά κτίρια.

Πλησιάζουμε την πρώτη μεγάλη γέφυρα και περνάμε από κάτω της. Το θέαμα είναι καταπληκτικό! Από πάνω περνάνε χιλιάδες αυτοκίνητα, ενώ εμείς τα βλέπουμε από κάτω σαν κατσαρίδες! Η γέφυρα έγινε σε μια τριετία από το 1970 μέχρι το 1973 και την ονόμασαν Γέφυρα του Κεμάλ Ατατούρκ για να τιμήσουν το δημιουργό και αναμορφωτή της σημερινής Τουρκίας.! Έχει ύψος από τη θάλασσα 64 μέτρα!. Το μήκος της είναι 1510 μέτρα και το πλάτος 33 μ. με τρεις λωρίδες σε κάθε κατεύθυνση. Υποβαστάζεται από δυο τεράστιους πυλώνες ύψους 165 μέτρα, που η απόσταση τους είναι 1074 μ. Κόστισε 200 εκατομμύρια δολάρια και κατασκευάστηκε από γιαπωνέζικη εταιρεία. Ο ξεναγός μας ενημερώνει σχετικά με τα στοιχεία της γέφυρας και συγχρόνως βρίσκει την ευκαιρία για να μας πει κάποια πράγματα για το μεγάλο κανάλι των στενών του Βοσπόρου, την κτίση της πρώτης αποικίας από το Βύζαντα και μας διηγείται τους μύθους για την πόλη των τυφλών και την ονομασία του Βοσπόρου.

Ο μύθος λέει ότι ο πατέρας των Θεών και των ανθρώπων Δίας ερωτεύτηκε την Ιώ, κόρη του βασιλιά του Άργους Ίναχου, και για να την προστατεύσει από τη ζηλότυπη σύζυγό του Ήρα την μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Η Ήρα κυνήγησε την αγελάδα και εκείνη για να σωθεί έφτασε στα στενά και πήδησε στην απέναντι ασιατική ακτή. Γι΄αυτό τα στενά πήραν την ονομασία Βόσπορος (βοός+πόρος =της αγελάδας το πέρασμα). Και συνεχίζει ο μύθος ότι, όταν η Ιώ ξαναπήρε την ανθρώπινη μορφή της γέννησε την Κερόεσσα. Γιος της Κερόεσσας ήταν ο Βύζας, ο οποίος επικεφαλής των Μεγαρέων, αναζητούσε τον κατάλληλο τόπο για να ιδρύσει την αποικία του. Το Μαντείο των Δελφών του είχε υποδείξει την τοποθεσία που βρισκόταν απέναντι από τη «Χώρα των Τυφλών». Έτσι φτάνοντας στην τριγωνική χερσόνησο, που σχηματίζεται εκεί που σμίγουν τα νερά του Βοσπόρου με του Κεράτιου Κόλπου, ο Βύζας αντιλήφτηκε ότι «τυφλοί» ήταν οι κάτοικοι της αντικρινής Χαλκηδόνας, που δεν συνειδητοποίησαν τη στρατηγική θέση της ευρωπαϊκής ακτής του Βοσπόρου. Εκεί ίδρυσε ο Βύζας την αποικία που πήρε το όνομα του οικιστή της: Βυζάντιο.

Το καραβάκι προχωρεί προς τα πάνω, ενώ μεγάλα ρωσικά τάγκερ κατεβαίνουν φορτωμένα με πετρέλαιο. Παράλληλα με μας συμβαδίζουν και δυο τεράστια κρουαζερόπλοια κατάφορτα από ανθρώπους, που φαίνονται στις βεράντες και στους εξώστες των πλοίων. Πλησιάζουμε στο πιο στενό πέρασμα του Βοσπόρου και αντικρίζουμε δεξιά μας το Ανατολού Χισάρ και αριστερά το Ρούμελι Χισάρ. Είναι δυο θαυμάσια κάστρα, που έγιναν από τους Τούρκους σε διαφορετικές εποχές και έπαιξαν βασικό ρόλο στην άλωση της Πόλης κατά το 1453. Ενώ γίνεται ξενάγηση για τα δυο κάστρα, μπροστά μας αντικρίζουμε τη δεύτερη μεγάλη κρεμαστή γέφυρα.

 Είναι πιο μεγάλη και έγινε το 1985. Την ονόμασαν Γέφυρα του Μωάμεθ του Πορθητή. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε στις 29 Μαΐου 1985 και τα εγκαίνια έγιναν και πάλι στις 29 Μαΐου 1988! Για τους γείτονές μας η 29η Μαΐου είναι Μεγάλη Μέρα και συμβολίζει τις μεγάλες κατακτήσεις των Οθωμανών. Για μας είναι μια αποφράδα ημέρα! Έχει τις ίδιες περίπου διαστάσεις με την προηγούμενη, εκτός από τις λωρίδες κατεύθυνσης. Εδώ έχουμε τέσσερες λωρίδες σε κάθε κατεύθυνση σ’ ένα πλάτος 39 μέτρων. Η πρόοδος της σημερινής Τουρκίας καταφαίνεται στα μεγάλα σύγχρονα τεχνολογικά έργα.

Περνάμε τη γέφυρα, που και αυτή είναι γεμάτη από αυτοκίνητα. Αριστερά μας είναι τα προάστια της Πόλης. Τα βυζαντινά Θεραπειά και Νεοχώρι. Λίγο παραπάνω το νεότερο Μπεμπέκι. Εδώ οι ομογενείς μέχρι τα τελευταία χρόνια είχαν τις εξοχικές κατοικίες τους. Αλλά και πολλοί ομογενείς διέμειναν εδώ μόνιμα. Εδώ είχαν τα ιερά τους, τις εκκλησίες τους, τα νεκροταφεία τους, τα ιδιωτικά κτίρια, τα σχολεία, τα καταστήματα, τις δουλειές τους. Σήμερα δυστυχώς έμειναν λίγοι! Μετριούνται στα δάχτυλα! Ο Ελληνισμός στην Πόλη και τα γύρω χωριά πάει πια!

Προχωρούμε προς τα πάνω και πλησιάζουμε στις μυθικές Συμπληγάδες Πέτρες. Τη στιγμή εκείνη ένα μεγάλο ρωσικό πετρελαιοφόρο κατηφόριζε μέσα στα στενά. Ο Τούρκος πιλότος δεν μπορεί να το πιλοτάρει, γιατί τα ρεύματα εδώ είναι επικίνδυνα. Αμέσως δίνει οδηγίες στα διπλανά καράβια να προσέχουν! Η ενημέρωση γίνεται από τον ξεναγό μας, που και εκείνος το πληροφορήθηκε από τον καπετάνιο του καραβιού, που ταξιδεύουμε. Το καράβι πιάνει «σκάλα» στα αριστερά, στην ευρωπαϊκή ακτή. Κατεβαίνουμε και σ’ ένα παραλιακό κέντρο καθόμαστε για να μεσημεριάσουμε. Η εμπειρία είναι μοναδική! Τρώμε ψαρικά με πλούσιες σαλάτες και η περιποίηση από τους Τούρκους του κέντρου είναι υποδειγματική! Όλοι μένουμε ευχαριστημένοι και φεύγοντας τους αποχαιρετάμε με πολλά «Τεσεκιούρ εντερίμ=σας ευχαριστούμε».

Στο μεταξύ το λεωφορείο μας ήρθε παραλιακώς και μετά το φαγητό ανεβήκαμε και κατεβήκαμε στην Πόλη από το εσωτερικό. Περάσαμε από νεόκτιστες συνοικίες με μοντέρνες πολυκατοικίες και εδώ φαίνεται η μεγάλη πρόοδος των γειτόνων μας. Πριν από τριάντα χρόνια η περιοχή αυτή ήταν χωράφια και μπαξέδες με δέντρα και ζαρζαβατικά. Σήμερα είναι η «Εκάλη και τα Βόρεια προάστια» της Πόλης. Τότε με την οικογένεια μου και με άλλους φίλους εκπαιδευτικούς ανεβαίναμε στα μέρη αυτά φτάνοντας μέχρι το ψηλότερο άκρο, το Ρούμελι Καβάκ, (Ελληνικό Λευκάδι), τρώγαμε και γυρίζαμε στην Πόλη μέσα από τα χωράφια. Σήμερα «σηκώθηκαν» γυάλινοι πύργοι, που εντυπωσιάζουν τους επισκέπτες για την κατασκευή και τον πλούτο τους. Εδώ τα κτίρια δεν μοιάζουν με εκείνα που είδαμε στο Τεκίρ Νταγ και στην είσοδο της Πόλης. Κάποιοι μετρούν τους ορόφους τους και καταλήγουν στον αριθμό 22! Όλοι μένουμε με το στόμα ανοιχτό! Ιδιαίτερα η γυναίκα μου και εγώ, που γνωρίζαμε πολύ καλά την περιοχή!

Κατεβαίνουμε στο κέντρο της Πόλης από τη συνοικία Σισλί και περνάμε δίπλα από τα παλιά Ταταύλα, που σήμερα λέγονται Κουρτουλούς. Εδώ ήταν η κατοικία μας στην τριετία που ζούσαμε στην Πόλη. Κατεβαίνουμε από το αυτοκίνητο η γυναίκα μου, εγώ και ένα ζευγάρι ανεψιών μας και περπατάμε στην οδό Ακ Αγαλάρ, όπου βρίσκονταν η πολυκατοικία και το διαμέρισμα διαμονής μας. Σταματάμε για λίγο στην ανηφόρα και τα μάτια μας στρέφονται στον τέταρτο όροφο! Παρακολουθώ τη γυναίκα μου να κοιτάζει ψηλά με πολλή νοσταλγία! Προχωρούμε προς την εκκλησία, αλλά τα μάτια μας ρίχνουν πολλές ματιές στο παλιό μας σπίτι!

Απέναντι από το διαμέρισμα υπήρχε μια τεράστια πλατεία, που ήταν ιδιοκτησία της εκκλησίας, του Ιερού Ναού του Αγίου Δημητρίου Ταταούλων. Τώρα αντικρίζουμε καταστήματα! Η μεγάλη πόρτα της εκκλησίας είναι βαριά μανταλωμένη και μια πινακίδα απέξω γράφει στα τουρκικά Κιοπέκ βαρ (υπάρχει σκυλί). Χτυπάμε το κουδούνι και από το παράθυρο της κατοικίας του φύλακα εμφανίζεται ένας ηλικιωμένος άνδρας, που δεν γνωρίζει ελληνικά. Προσπαθούμε να συνεννοηθούμε και καταλαβαίνουμε ότι δεν μπορούμε να μπούμε να προσκυνήσουμε! Λυπούμαστε πολύ και καθόμαστε δίπλα σ’ ένα καφενείο. Πίνουμε κάτι για να εκτονωθούμε και να ξεκουραστούμε. Παρακολουθώ τη γυναίκα μου να είναι λυπημένη και πολύ συγκινημένη. Μετά από μισή ώρα περίπου πήραμε το αστικό λεωφορείο της γραμμής, που περνούσε από το Τεπέμπασι, όπου βρισκόταν το ξενοδοχείο μας.

Είχε νυχτώσει και πήγαμε να κοιμηθούμε χωρίς να εκπληρώσουμε ένα από τους βασικούς μας στόχους! Να προσκυνήσουμε την εικόνα του Αγίου Δημητρίου και να ξαναδούμε το χώρο της εκκλησίας, που για τρία χρόνια ήταν το ασφαλέστερο καταφύγιο για μας, αλλά πιο πολύ για τα παιδιά μας. Στη μεγάλη αυλή της τα παιδιά μας έπαιζαν τις ελεύθερες ώρες και περνούσαν ευχάριστα πολλές ώρες. Εκεί δίπλα είναι το Ελληνικό Δημοτικό Σχολείο του Κουρτουλούς, όπου φοιτούσε ο μεγάλος γιος μας, ο Δημήτρης, και απ’ όπου πήρε το απολυτήριο του Δημοτικού. Ο μικρός, ο Μανόλης, πήγαινε στο Νηπιαγωγείο του Καράκιοϊ, κοντά στη γέφυρα του Γαλατά.

Την άλλη μέρα, Τετάρτη 7 Μαΐου 2008, ξεκινήσαμε πρωί-πρωί για να ξεναγηθούμε στο παλάτι του Ντολμά Μπαχτσέ. Το παλάτι άρχισε να κτίζεται το 1843 και τελείωσε στα 1856. Ο Σουλτάνος Αμντούλ Μετζίτ ακολουθώντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα έκανε το παλάτι για να φαίνεται και ο ίδιος ότι είναι ένας ευρωπαίος ηγεμόνας. Από το παλάτι αυτό οι Τούρκοι Σουλτάνοι κυβέρνησαν τη μεγάλη Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1856 μέχρι το 1923. Μετά ακολούθησε η παντοδυναμία του Κεμάλ Ατατούρκ, που μεταμόρφωσε την Τουρκία σε όλους τους τομείς της ζωής. Ιδιαίτερα στα θέματα της Διοίκησης, του Πολιτεύματος, της Θρησκείας και γενικότερα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Το παλάτι καταλαμβάνει 45 στρέμματα και όλος ο χώρος με τους βοηθητικούς χώρους και τους κήπους είναι 250 στρέμματα. Έχει 285 δωμάτια, 46 αίθουσες, 4 μεγάλα σαλόνια, 6 λουτρά και 68 τουαλέτες.

Εντυπωσιασμένοι από την επίσκεψη του παλατιού ξεκινήσαμε με το λεωφορείο να περάσουμε την κρεμαστή γέφυρα του Κεμάλ Ατατούρκ και να πατήσουμε και στην απέναντι ακτή της ασιατικής Τουρκίας. Η διαδρομή πάνω από τη γέφυρα είναι φανταστική! Εκατοντάδες μικρά και μεγάλα αυτοκίνητα περνούν από τη γέφυρα. Ο ξεναγός μας δίνει κάποιες πληροφορίες και εγώ βρίσκω την ευκαιρία να διηγηθώ στους συνταξιδιώτες μια περιπέτειά μου, που μου συνέβη την παραμονή των Φώτων του 1979. Περνούσα τότε με τη «χελώνα» μου έχοντας μαζί έναν μαθητή από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και πηγαίναμε για έλεγχο του αυτοκινήτου μου (ΚΤΕΟ). Τρέχαμε περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε και ο καιρός ήταν βροχερός και ο αέρας δυνατός. Τότε ξαφνικά από την αριστερή κατεύθυνση βρεθήκαμε στη δεξιά! Ο Τούρκος ταξιτζής που ακολουθούσε ανοίγει το παράθυρο του αυτοκινήτου του και μου λέει «Αρκαντάς, γιαβάς-γιαβάς» Φίλε, σιγά-σιγά.

Περνάμε στην ασιατική ακτή και τρέχουμε προς το Μπόσταντζι για να προλάβουμε το καράβι των 11. Προσπερνάμε το μεγάλο και στολισμένο με χιλιάδες λαμπιόνια γήπεδο της Φενέρ Μπαχτσέ και στις 11 ακριβώς μπαίνουμε στο καράβι για την Πρίγκηπο. Σε τρία τέταρτα της ώρας ήμασταν στο νησί. Γυρίσαμε το πανέμορφο νησί με τα παϊτόνια και το μεσημέρι καθίσαμε και φάγαμε ψάρια στη ταβέρνα κάποιου Έλληνα ομογενή. Γύρω στις 4 το απόγευμα ξαναμπήκαμε στο καράβι και «πιάσαμε» όλα τα άλλα νησιά. Είδαμε από κάποια απόσταση την ιστορική Χάλκη, όπου βρίσκεται η Θεολογική Σχολή, το Πανεπιστήμιο του Πατριαρχείου. Οι Τούρκοι την έκλεισαν στα 1971 με την δικαιολογία ότι δεν επιτρέπονται ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Τουρκία. Σήμερα γίνεται μεγάλος αγώνας από τον Πατριάρχη να ξανανοίξει. Είδαμε και τα δυο άλλα μικρότερα νησιά, Αντιγόνη και Πρώτη, και αποβιβαστήκαμε στο Μπόσταντζι και από εκεί στο ξενοδοχείο μέσω της κρεμαστής γέφυρας.

Την άλλη μέρα, την τελευταία στην Πόλη, Πέμπτη 8 Μαΐου 2008, ξεκινήσαμε γύρω στις 8 για το Καπαλί Τσαρσί (Σκεπαστή Αγορά). Η αγορά είναι ένας ιδιαίτερος χώρος. Μια αγορά-λαβύρινθος μέσα στην παλιά Πόλη, με δρόμους και παραδρόμους, με στοές και χαμάμ, με καφενεία και εστιατόρια, με κρήνες και τουαλέτες, με αστυνομία και τζαμιά, με ταχυδρομείο και 5.500 καταστήματα, με εργαστήρια και 19 εισόδους και εξόδους. Σήμερα το Καπαλί Τσαρσί μπορεί να μην είναι το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο στον κόσμο, αλλά σίγουρα είναι το παλαιότερο.

Ξεχυνόμαστε στα στενά δρομάκια του παζαριού και αρχίζουμε τα ψώνια μας. Οι γυναίκες έχουν τον πρώτο λόγο. Απ’ όλα έχει ο μπαξές! Είδη ρουχισμού, δερμάτινα, παπούτσια, τσάντες, πορτοφόλια, αθλητικά είδη, άλλοτε αυθεντικά και άλλοτε απομιμήσεις. Αναμνηστικά, παραδοσιακά αντικείμενα, χαλιά, ναργιλέδες, κεραμικά, σκάκια στολισμένα με φίλντισι, στολές για το χορό της κοιλιάς, ξυλόγλυπτα, ρολόγια και πολλά άλλα. Όλα είναι σε τιμές που ποικίλλουν από τη διάθεση του αγοραστή και τη διπλωματία του πωλητή για παζάρια.

Στις 12 ακριβώς ανεβαίνουμε στο λεωφορείο και ξεκινάμε για την πατρίδα μας. Γεμάτοι γνώσεις και εμπειρίες. Φορτωμένοι με συγκινήσεις και φόβους για το μέλλον του ελληνικού στοιχείου της Πόλης και των μνημείων της. Είδαμε την Κωνσταντινούπολη. Ένα μέρος της! Την Πόλη του μύθου και της Ιστορίας μας. Για τη γυναίκα μου και μένα δεν ήταν η πρώτη φορά. Αλλά για τους άλλους, τους πολλούς, ήταν η πρώτη! Όλοι εκφράζονται με μεγαλοστομίες για όσα είδαν και έζησαν τέσσερες μέρες. Είδαμε την Πόλη των ονείρων μας. Αντικρίσαμε την Πόλη των εθνικών μας ελπίδων. Πανέμορφη, ονειρική, αρχοντική, που φιλάει ράθυμα τα χείλη της Ευρώπης και της Ασίας. Σε κάθε βήμα μας αντικρίζαμε τα απομεινάρια του Βυζαντινού μεγαλείου. Εκκλησιές που γίνανε τζαμιά ή μουσεία, εκκλησιές που μείνανε εκκλησίες, εκκλησίες που αφέθηκαν να ρημάξουν. Τείχη που χορτάριασαν, τείχη που αναστυλώνονται για να θυμίζουνε πικρά την κάποτε Θεοφρούρητη Πόλη.

Επισκεφτήκαμε το Πατριαρχείο και ασπαστήκαμε το σεβάσμιο χέρι του Προκαθημένου μας, του Μεγάλου Βαρθολομαίου. Μας έδωσε την ευλογία του, τις ευχές του, ένα πασχαλινό αυγό και ένα ενθύμιο με το όνομά του. Κειμήλιο ανεκτίμητο και αθάνατο για μας και την οικογένειά μας. Θαυμάσαμε το νέο κτίριο του Πατριαρχείου. Ένα ξύλινο τριώροφο καλλιτέχνημα με ρίζες στη μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική. Προσκυνήσαμε στα ιερά της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής του Μπαλουκλή και της Παναγίας των Βλαχερνών.

Είδαμε πραματευτάδες, μικροπωλητές, που πουλάνε την πραμάτεια τους στο πολύβουο ετερόκλητο πλήθος, που σπρώχνεται στους μεγάλους δρόμους και τα πέτρινα στενοσόκακα. Ζήσαμε για λίγο τη λάγνα Ανατολή. Αναπνεύσαμε τις μυρωδιές από ναργιλέδες και μπαχαρικά από παστρουμάδες και ντονέρ, από αρώματα βαριά, μεθυστικά, ανατολίτικα.

Κάθε πρωί στις πέντε η ώρα μας ξυπνούσε η διαπεραστική φωνή του μουεζίνη, που καλούσε τους πιστούς για προσευχή. Στο Κουμ Καπί οι οργανοπαίχτες μας τραγούδησαν και μας χόρεψαν. Η μικρή χανούμισσα μας χάρισε ανείπωτη χαρά για να ζήσουμε έστω για λίγο τη λάγνα ανατολίτικη βουλιμία.

Περπατήσαμε στο Μεγάλο Ιππόδρομο. Επισκεφτήκαμε την Αγία Σοφία. Κάποιοι σε μια γωνιά έκλαψαν κρυφά για το τι είχαμε και το τι χάσαμε! Είδαμε την Αυτοκράτειρα Ειρήνη και την Αυγούστα Ζωή με τους αυτοκράτορες Ιωάννη τον Κομνηνό και τον Κωνσταντίνο το Μονομάχο. Θαυμάσαμε τα εξαιρετικά ψηφιδωτά με την Παναγία και τους δυο μεγάλους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο και Ιουστινιανό. Συμπονέσαμε τον αυτοκράτορα Λέοντα, που γονατιστός ζητάει συγχώρεση από τον Κύριο για τα κρίματά του. Στη Βασιλική Δεξαμενή μας εντυπωσίασαν οι δυο Μέδουσες, όχι μόνο με την τοποθέτησή τους, αλλά με τις άγριες μορφές τους.

Περάσαμε πολλές φορές τη γέφυρα του Γαλατά και περιπλεύσαμε το Βόσπορο, που η μυθική Ιώ, η ερωμένη του Δία, μεταμορφώθηκε σε αγελάδα και οιστρηλατημένη από την ζηλότυπη Ήρα πέρασε από την Ευρώπη στην Ασία. Επισκεφτήκαμε τα Πριγκιπόννησα μέσα στη θάλασσα του Μαρμαρά. Εκεί που οι Βυζαντινοί εξορίζανε τους επικίνδυνους πρίγκιπες. Εκεί που βρήκε καταφύγιο ο Τρότσκυ. Εκεί που υπάρχει η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου μαθητέψανε όλοι οι μεγάλοι ιεράρχες του Πατριαρχείου μας.

Κωνσταντινούπολη, η πόλη του Κωνσταντίνου για μας τους Έλληνες. Ισταμπούλ για τους Τούρκους, η πόλη του Ισλάμ για τους γείτονες και όχι «εις την Πόλιν». Τόσο ελληνική, τόσο τούρκικη, τόσο παγκόσμια! Μια πόλη αυτόνομη, ελεύθερη που δεν ανήκει σε κανέναν! Μονάχα στα τραγούδια και τους θρύλους, στα παραμύθια και τις αναμνήσεις των λαών, που την κατοίκησαν, την αγάπησαν παράφορα, την ονειρεύτηκαν με πάθος, την κέρδισαν και στο τέλος την έχασαν. Κωνσταντινούπολη. Η Βασιλίδα των Πόλεων. Η Πόλη της Ιστορίας. Η Πόλη των ονείρων μας, των κρυφών πόθων μας και των εθνικών ελπίδων!

Κοζάνη 21 Μαΐου 2008

Γεώργιος Δ. Μυλωνάς