Οι Μακεδονομάχοι στην Αγία Παρασκευή Κοζάνης

Στα απομνημονεύματά του ο στρατηγός Μακρυγιάννης έγραψε μεταξύ των άλλων και τα εξής: «Πατρίς, να μακαρίζεις γενικώς όλους τους Έλληνες, ότι εθυσιάστηκαν διά σένα να σ’ αναστήσουνε, να ξαναειπωθείς μια φορά ελεύθερη πατρίδα, όπου ήσουνα χαμένη και σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών. Όλους αυτούς να τους μακαρίζεις». Πράγματι όλους αυτούς που θυσιάστηκαν για την πατρίδα έχουμε χρέος να τους μακαρίζουμε και να τους τιμούμε, όπως πρέπει. Τέτοιοι ήταν και οι Μακεδονομάχοι, που πολλοί δεν λογάριασαν τη ζωή τους για να είναι ελεύθερη η ιδιαίτερη πατρίδα τους, η Μακεδονία.

 Συνηθίσαμε να λέμε Μακεδονικό Αγώνα την ένοπλη αντίδραση των Ελλήνων στη βουλγαρική προσπάθεια για επικράτηση στη Μακεδονία, που έγινε από το 1904 ως το 1908. Ουσιαστικά όμως ο ένοπλος αγώνας κατά της βουλγαρικής προπαγάνδας είχε αρχίσει αμέσως μετά το1870, με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Από το 1872, ύστερα από την απόσχιση των Βουλγάρων από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι Τούρκοι με την ανοχή τους έδωσαν το δικαίωμα στη Βουλγαρική Εξαρχία να επεκταθεί σε αρκετά μεγάλη περιοχή της Μακεδονίας. Βούλγαροι παπάδες και δάσκαλοι τοποθετούνται σε κάθε χωριό και σ’ όλα τα αστικά κέντρα και αρχίζει συστηματικά η διάδοση της βουλγαρικής εθνικής ιδέας.

Στο Μεγάλο Πόλεμο της Ανατολής του 1877-78 μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, οι Ρώσοι φτάνουν μέχρι τα προάστια της Κωνσταντινούπολης. Οι Τούρκοι υποχρεώνονται να υπογράψουν τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, με την οποία δημιουργούνταν η Μεγάλη Βουλγαρία. Τα σύνορά της έφταναν λίγο έξω από την Κοζάνη και το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Μακεδονίας προσαρτιόταν στη Βουλγαρία. Οι αντιδράσεις τότε των Ελλήνων Μακεδόνων με τα κινήματα και τις τοπικές επαναστάσεις άλλαξαν τα σχέδια των Μεγάλων. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναθεώρησαν τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στο Συνέδριο του Βερολίνου και η Βουλγαρία περιορίστηκε περίπου στα σημερινά της όρια.

Ύστερα από την αποτυχία για τη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου του 1878, η Βουλγαρική Εξαρχία πολλαπλασιάζει τις ενέργειές της για τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας. Με τα κηρύγματα και τον προσηλυτισμό αρχικά και με τη βία αργότερα, πολλές κοινότητες και χωριά με ελληνικούς πληθυσμούς αναγκάζονται να δηλώσουν προσχώρηση στη νέα βουλγαρική εθνική θρησκεία. Ιδιαίτερα μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, από τον οποίο η Ελεύθερη Ελλάδα βγήκε καταστραμμένη και εξουθενωμένη ηθικά, εξαπολύουν και πλημμυρίζουν τη Μακεδονία με ένοπλα σώματα κομιτατζήδων που σκορπίζουν παντού την τρομοκρατία και καταστρέφουν οτιδήποτε είναι ελληνικό. Εκκλησίες αρπάζονται βιαίως, Έλληνες πρόκριτοι, δάσκαλοι και ιερείς δολοφονούνται και τα σπίτια τους πυρπολούνται. Παντού στη Μακεδονία επικρατεί ο φόβος, ο τρόμος και το μαχαίρι. Οι πυρπολήσεις εκκλησιών και σπιτιών είναι στην ημερήσια διάταξη. Οι δολοφονίες σημαινόντων προσώπων τρομοκρατούν τους κατοίκους και οι προσχωρήσεις στη Βουλγαρική Εξαρχία είναι ομαδικές. Στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία επικρατεί χάος και η τρομοκράτηση των κατοίκων είναι γενικευμένη.

Στο χώρο όμως της Δυτικής Μακεδονίας ο λαός αντιστέκεται και προετοιμάζεται για τη μεγάλη αντεπίθεση. Ήδη πριν από το 1878, χρονιά που δημιουργήθηκε η Μεγάλη Βουλγαρία με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, οι κάτοικοι είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε αντίσταση. Ξεσηκώνονται με ψηφίσματα διαμαρτυρίας προς τις Μεγάλες Δυνάμεις και δεν φοβούνται να δηλώσουν ότι «μόνο όταν οι Βούλγαροι πατήσουν εις τα πτώματά των, τότε τα μέρη αυτά θα γίνουν Βουλγαρικά». Ψυχολογικά είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τον επικίνδυνο εχθρό. Η προετοιμασία καταδεικνύεται από την πληθώρα των επαναστατικών εγγράφων που έχουμε. Το έγγραφο του Ελληνικού Προξενείου στο Μοναστήρι το Φεβρουάριο του 1878 το λέει καθαρά. «Εν τη επαρχία Κοζάνης τα πρωτίστως εργαζόμενα πρόσωπα είναι ο Ιωάννης Τσιμηνάκης ιατρός, ο Αναστάσιος Πηχεών διδάσκαλος και ο Ιωάννης Γουβεδάρος εύπορος ανήρ. Μετ’ αυτών συμπράττει και ο Μητροπολίτης Κοζάνης. Κυρίως αι ενέργειαι γίνονται εις τα χωρία Κάλεν, Καισαριά, Βελίστα, Ραδοβίστα, Βάντση, Σπούρτα, Κερασιά και Χτένι»

Όταν φτάνουν οι πληροφορίες ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις θα υπογράψουν κάποια συνθήκη και θα «απεμπολούν το πλείστον της Μακεδονίας εις τον πανσλαβισμόν», δεν μένουν με σταυρωμένα χέρια. Ξεσηκώνονται «ως εις άνθρωπος» όλοι οι Δυτικομακεδόνες και ιδιαίτερα όσοι ζουν στη νοτιοδυτική Μακεδονία. Η πρώτη μεγάλη εξέγερση γίνεται πάνω στο Μπούρινο τον Φεβρουάριο του 1878 και το κύριο σώμα των επαναστατών είναι κάτοικοι της Κοζάνης και των δεκαεπτά χωριών της περιοχής Τσαρσιαμπά. Μαζί τους συμπαράσσονται και άλλοι κάτοικοι από τα χωριά των Βεντζίων και την περιοχή της Σιάτιστας.

Αρχηγός των επαναστατών ορίζεται ο Ιωσήφ Λιάτης και κατά άλλους μελετητές Λιάπης, από τα Σφακιά της Κρήτης. (Δυτ. Γρ. τόμος 17ος, Κοζάνη 2005) Πάνω στο μικρό χωριό του Μπούρινου και μέσα στη μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου ορκίζονται οι επαναστάτες και σχηματίζεται «Προσωρινή Κυβέρνησις της εν Μακεδονία Επαρχίας Ελιμείας» με Πρόεδρο τον Κοζανίτη Ιωάννη Κ. Γκοβεδάρο. Στις Μεγάλες Δυνάμεις στέλνεται ψήφισμα διαμαρτυρίας και συντάσσεται Επαναστατική Προκήρυξη, στην οποία μεταξύ άλλων διακηρύσσεται: «Η ημετέρα επαρχία μη δυναμένη πλέον να υποφέρει τον ακατονόμαστον δούλειον τουρκικόν ζυγόν, τας ανηκούστας βιαιοπραγίας των δυναστευόντων την πατρίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου…ήρατο ως εις άνθρωπος τα όπλα ίνα κηρύξη ενώπιον Θεού και ανθρώπων την ελευθερίαν από του δουλείου ζυγού…»

Παρόλο που το επαναστατικό κίνημα πάνω στο Μπούρινο απέτυχε στις πολεμικές του επιχειρήσεις, εξαιτίας των καιρικών συνθηκών και της πρόχειρης προετοιμασίας του, επέτυχε όμως τους πολιτικούς του στόχους, που ήταν η ανατροπή της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και η ενδυνάμωση του Ελληνισμού στη διεκδικούμενη από τους Βουλγάρους Δυτική Μακεδονία. Οι Δυτικομακεδόνες απέδειξαν ότι το φρόνημά τους ήταν ακμαίο και ότι η περιοχή είχε μείνει τελείως αμόλυντη από τη βουλγαρική προπαγάνδα. Τα γεγονότα που ακολούθησαν στην Βορειοδυτική Μακεδονία από την Καστοριά μέχρι το Κρούσοβο το μαρτυρούν.

Στη Δυτική Μακεδονία και συγκεκριμένα στα δεκαεπτά χωριά του Τσαρσιαμπά, [Αγία Παρασκευή, Γκόμπλιτσα (Κρόκος), Απάνω Βάνιτσα (Άνω Κώμη), Κάτω Βάνιτσα (Κάτω Κώμη), Μπαξί (Κήπος), Καισαρειά, Πύργος, Ντουγτσιλάρ (Κοντοβούνι), Μηλωτήνη (Μηλιά), Σπούρτα (Καρυδίτσα), Βελίστι (Λευκοπηγή), Ραντομπίτστα (Ροδιανή), Κερασιά, Κτένι, Κάλλιανη (Αιανή), Σφήλτσι (Χρώμιο) και Ντραβουντάνιστα (Μεταμόρφωση)] υπάρχει ένα αξιόλογο και εμπειροπόλεμο ανθρώπινο δυναμικό. Όλα τα χωριά είναι επαρκώς ενημερωμένα από χρόνια για τις προθέσεις των Βουλγάρων. Σ’ όλες τις πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας έχουν στηθεί κέντρα, τα οποία ενημερώνουν τους κατοίκους για τις καταχθόνιες επιθυμίες των Βουλγάρων. Ιδιαίτερα στην Κοζάνη υπάρχει από χρόνια έντονη κινητικότητα για τις ύπουλες επιβουλές των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Στήνεται το Κέντρο Άμυνας του Μακεδονικού Αγώνα από ικανούς επιστήμονες και φλογερούς πατριώτες. Γιατροί, καθηγητές, ιερείς δάσκαλοι, επιχειρηματίες περιτρέχουν όλα τα χωριά του Τσαρσιαμπά και ενημερώνουν τους κατοίκους για τον επικείμενο κίνδυνο των Βουλγάρων με την ανοχή των Τούρκων. Σ’ όλα τα χωριά οργανώνονται τοπικές κοινοτικές επιτροπές και ορίζονται σύνδεσμοι, που έχουν άμεση επαφή και επικοινωνία με το Κέντρο.

Κάποιοι τολμηροί κάτοικοι των χωριών αναλαμβάνουν επικίνδυνες αποστολές, ύστερα από σωστή και επιμελημένη ενημέρωση από την Κεντρική Επιτροπή του Αγώνα. Με τα ζώα τους περνούν νύχτα τα σύνορα και κατευθύνονται άλλοι προς τα Τρίκαλα και άλλοι προς την Καρδίτσα. Εκεί υπάρχουν αποθήκες όπλων και πυρομαχικών ειδικά για τους επαναστάτες της Δυτικής Μακεδονίας. Τα φορτώνουν στα ζώα τους και από δύσβατα και απόκρημνα μονοπάτια τα μεταφέρουν στα χωριά τους, όπου τα κρύβουν. Από τα χωριά τους άλλοι μεταφορείς θα τα πάρουν και θα τα μεταφέρουν πάνω στα χωριά της Καστοριάς και της βόρειας Μακεδονίας. Εκεί αγωνίζονται οι τολμηροί Μακεδονομάχοι εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων και των Τούρκων κατακτητών. Αυτοί οι μεταφορείς των όπλων και των πολεμοφοδίων βοηθούν ποικιλοτρόπως τον Αγώνα. Οι κάτοικοι όλων των χωριών συναγωνίζονται για το ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα. Σε κάθε χωριό η κοινοτική επιτροπή, που συντονίζει τις ενέργειες, συνεργάζεται με τους συνδέσμους των άλλων χωριών και τα αποτελέσματα είναι ολοφάνερα.

Στην Αγία Παρασκευή, ένα παλαιό μικρό χωριό της περιοχής Τσαρσιαμπά, δεκατρία χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από την Κοζάνη, που πήρε το όνομά του από το ομώνυμο μοναστήρι του από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια, η κοινοτική αρχή αποτελείται από τον Ιερέα του χωριού, τους Αναγνώστες και Δασκάλους, το Κοινοτικό Συμβούλιο (Μουχτάρη και Αγάδες) και τέσσερα παλικάρια του χωριού που είναι οι παρακάτω:

1. Αντώνιος Παπαντωνίου του Χρήστου (Ιερέας του χωριού)

2. Καλαμπούκας Γεώργιος του Κωνσταντίνου (Καλαμπουκογιώργος Πρόεδρος)

3. Παπάς Αθανάσιος του Γεωργίου (Παπαδονάτσιος-Μέλος του Κοιν. Συμβουλίου)

4. Μαρκόπουλος Νικόλαος του Γεωργίου (σήμερα οι απόγονοι Καραλίγκας-Μέλος)

5. Μαρκόπουλος Αθανάσιος του Ιωάννου (Μαρκονάτσιος-Μέλος)

6. Μαρκόπουλος Θεόδωρος του Ιωάννη (Αναγνώστης και Δάσκαλος)

7. Μυλωνάς Μάρκος του Δημητρίου (Αναγνώστης και Δάσκαλος)

8. Λαμπρόπουλος Κωνσταντίνος του Δημητρίου (Καμπούρης, μεταφορέας όπλων)

9. Τσέπουρας Ευάγγελος του Μάρκου (Καραμπέρης, μεταφορέας όπλων)

10. Μαρκόπουλος Ιωάννης του Αθανασίου (Μαρκομπέης, μεταφορέας όπλων)

11. Χλιαράς Αντώνιος του Ιωάννου (Χλιαροτζιώνας, βοσκός-πληροφοριοδότης)

Εκτός από τους παραπάνω, που ήταν τα επίσημα πρόσωπα του Μακεδονικού Αγώνα, όλο το χωριό έδωσε το «παρών» στον Αγώνα. Όλοι οι ηλικιωμένοι άνδρες του χωριού προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες βοηθώντας την κοινή εθνική υπόθεση. Δίκαιο και πρέπον είναι να τους κάνουμε μια απλή αναφορά. Αυτοί ήταν: ο Καλαμπούκας Αθανάσιος (Θανασιάς Κατσικάς), ο Γκατζιούφας Νικόλαος (Κοκόλης), ο Ζέρβας Ιωάννης (Γιαννάκης Κωβίτης), ο Κριτσέλης Αθανάσιος, ο Κριτσέλης Κωνσταντίνος (σήμερα Αναστασόπουλοι), ο Ράπτης Σπύρος (Ραφτοσπύρος) και ο Λιόγας Αθανάσιος.

Την πρώτη θέση από τα επίσημα αναγνωρισμένα πρόσωπα του Αγώνα κατέχει ο Παπαντώνης, ο ηρωικός παπάς του χωριού, που αψήφησε κόπους και μόχθους και αφιέρωσε τη ζωή του στην μεγάλη υπόθεση της πατρίδας. Ο Παπαντώνης γεννήθηκε στην Καισαρειά το 1856, όπως το καταγράφει ο ίδιος στο Δημοτολόγιο του χωριού της Αγίας Παρασκευής, που κρατούσε για τους κατοίκους. Όταν έγινε είκοσι χρονών περίπου ήρθε στην Αγία Παρασκευή, όπου παντρεύτηκε τη Βάια, κόρη του Ευάγγελου Τσιμπούρα (Στραγγέλα). Πολλά στοιχεία από τη ζωή του δεν έχουμε, εκτός μόνο όσα οι συγγενείς του και οι κάτοικοι του χωριού έλεγαν προφορικά και συζητούσαν για τον ίδιο και τους άλλους ήρωες του Μακεδονικού Αγώνα. Μερικά μάλιστα τα αποσιωπούσαν επίτηδες για το φόβο να μη μαθευτούν από τους Τούρκους, όσο υπήρχαν Τούρκοι, γιατί φοβούνταν τις συνέπειες. Το σημαντικότερο για τον Παπαντώνη που δεν ξέραμε ήταν το επώνυμό του. Ακόμη και σήμερα στους επίσημους καταλόγους των Μακεδονομάχων αναφέρεται μόνο με το όνομα «Παπαντώνης». Το επώνυμό του το μάθαμε πριν από πέντε χρόνια, όταν δημοσιεύτηκε η διαθήκη του στα Δυτικομακεδονικά Γράμματα στον 17ο τόμο του 2005.

Στη διαθήκη του Παπαντώνη, που έγινε λίγο πριν το θάνατό του την Κυριακή 3 Φεβρουαρίου του 1924 διαβάζουμε τα εξής: «Αριθμός 1275/ Δημοσία Διαθήκη/ Εν τω χωρίω Αγία Παρασκευή της περιφερείας του Ειρηνο/δικείου Κοζάνης, σήμερον την τρίτην (3) Φεβρουαρίου ημέραν/ Κυριακήν και ώραν 1ην μετά μεσημβρίαν του χιλιοστού εννιακο/σιοστού εικοστού τετάρτου (1924) έτους και εν τη οικία του Αντω/νίου Χρήστου Παπαντωνίου κειμένη εν τη πλατεία του ανωτέρω/ χωρίου, όπου κληθείς μετέβην προς σύνταξιν της παρούσης και εν/ τω δυτικομεσηβρινώ δωματίω της οικίας ταύτης ενώπιον εμού/ του Συμβολαιογράφου και κατοίκου Κοζάνης Δημητρίου Χαρισίου/ Πράσσου, εδρεύοντος εν Κοζάνη παρουσία και των γνωστών μοι μαρ/τύρων Θεοδώρου Ιωάννου Μαρκοπούλου γεωργοκτηματία, Αθανασίου/ Ζήση Παπαθανασίου γεωργοκτηματία και Δημητρίου Μάρκου Μυ/λωνά γεωργού κατοίκων πάντων Αγίας Παρασκευής, πολιτών ελλή/νων, χριστιανών και μη υπαγομένων εις περίπτωσιν τινά ανικα/νότητος εκ των αναγραφομένων εν τω Νόμω ΓΨΠ΄ ούτε εις άλλην τινά/ νόμιμον εξαίρεσιν, ενεφανίσθη ο προς εμέ και τους μάρτυρας γνω/στός Αντώνιος Χρήστου Παπαντωνίου/ ιερεύς του χωρίου Αγίας Παρασκευής της περιφερείας/ Κοζάνης, καταγόμενος εκ του χωρίου Καισαριά της ιδίας περιφερείας/    και εδήλωσεν ότι επιθυμεί να συντάξη ενώπόν μου την διαθήκην του…».

Από τον ιστορικό της Μητρόπολης Σερβίων και Κοζάνης Ιωάννη Δ. Δημόπουλο πληροφορούμαστε ότι ο Παπαντώνης χειροτονήθηκε ιερέας στα 1883 σε ηλικία 27 ετών για το χωριό Αγία Παρασκευή. Από τις προφορικές διηγήσεις των συγγενών του μαθαίνουμε επίσης ότι ο Παπαντώνης ήρθε στην Αγία Παρασκευή, παντρεύτηκε τη Βάια Τσιμπούρα και απέκτησε δυο κοριτσάκια, τη Μαρία και την Αικατερίνη. Τα κοριτσάκια πέθαναν σε μικρή ηλικία και μετά από λίγο χρόνο τα ακολούθησε στον τάφο και η μητέρα τους από τη μεγάλη της στενοχώρια σύμφωνα με τα λεγόμενα των σημερινών συγγενών της. Έτσι ο Παπαντώνης έμεινε χήρος σε μικρή σχετικά ηλικία! Αυτά τα θλιβερά γεγονότα επηρέασαν τη μετέπειτα ζωή του, γιατί, καθώς λένε, έγινε εσωστρεφής και ήταν συνεχώς λιγομίλητος, πολύ σκεφτικός και σκυθρωπός. Κατά το χρονικό διάστημα από το 1897 ως το1901, όπως φαίνεται από τους εκκλησιαστικούς κώδικες της Μητρόπολης, υπάρχει και άλλος ιερέας στο χωριό, που λέγεται Κωνσταντίνος. Προφανώς ο Παπαντώνης δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του, εξαιτίας της οικογενειακής του τραγωδίας. Σίγουρα κατά την τετραετία αυτή είναι άρρωστος και δεν είναι σε θέση να επιτελεί τα ιερατικά του καθήκοντα! Οπωσδήποτε όμως παρακολουθεί τη γενικότερη κατάσταση με τα εθνικά θέματα, ιδιαίτερα με το Ζήτημα της Μακεδονίας, και ενημερώνεται γι’ αυτά.

Μετά το 1901 αναλαμβάνει και πάλι τα καθήκοντά του και είναι ο μοναδικός ιερέας στο χωριό. Αυτό αποδεικνύεται από τις πληροφορίες που δίνει και τις αναφορές που κάνει προς τη Μητρόπολη και το Ελληνικό Προξενείο Ελασσόνας. Οι αναφορές έχουν σχέση με τον αριθμό των οικογενειών του χωριού, τον πληθυσμό των κατοίκων, τον αριθμό των μαθητών και των δασκάλων, του ιερέα και άλλων στοιχείων από το 1875 μέχρι το 1908. Φαίνεται ότι μετά το 1901 αφιερώνεται ολοκληρωτικά στα εκκλησιαστικά και εθνικά του καθήκοντα.

Όπως φαίνεται από τις σημειώσεις του Κοζανίτη Καθηγητή Θεολογίας στο Βαλταδώρειο Γυμνάσιο Κοζάνης Νικολάου Μαλούτα «Μακεδονικός Αγών» ο Παπαντώνης ορκίστηκε ενώπιον του Παύλου Μελά στη Μητρόπολη Κοζάνης, όταν ο Παύλος Μελάς ήρθε για δεύτερη φορά στη Μακεδονία (17 Ιουλίου 1904). Να τι γράφει ο ενθουσιώδης καθηγητής Ν. Μαλούτας: «…Την πρωίαν της Κυριακής (25 Ιουλίου 1904) εκλήθη δια την ορκωμοσίαν ο ιερεύς Αναστάσιος Ζωγραφίδης, άνθρωπος με ευφράδειαν καλήν και πατριωτισμόν μεγάλον. Ούτος διέμεινεν επί ολόκληρον εβδομάδα πλησίον του Παύλου. Η σκηνή κατά την συνάντησιν Παύλου και ιερέως ήτο συγκινητική. Ο ιερεύς επιθέμενος τον σταυρόν και τας χείρας επί της κεφαλής του Παύλου έψαλλε το «Σώσον Κύριε τον λαόν σου… Ο Παύλος κατεφίλει τας χείρας του ιερέως και ενηγκαλίζετο αυτόν μετά δακρύων…. Την Δευτέραν 26ην Ιουλίου ωρκίστθησαν οι Θωμάς Ν. Λιόντας, Μήκας Πλόσκας και ο Αθανάσιος Χαρ. Γκάγκος. Την Τρίτην 27ην ήλθον υπό την οδηγίαν του Ιωάννου Καραμήτσιου, δημοδιδασκάλου, οι δύο ιερείς του Κρόκου Αθανάσιοι, ο Αντώνιος της Αγίας Παρασκευής, ο Νικόλαος Καλημέρης της Ροδιανής και ο Ιωάννης Στόκας εξ Αιανής. Μετά την ορκωμοσίαν των ο Παύλος τοις συνέστησε δι’ενθουσιώδους ομιλίας σύμπηξιν εθνικών κέντρων εν τοις χωρίοις των και κατήχησιν εθνικήν των πνευματικών ποιμνίων των. Την αυτήν ημέραν ωρκίσθησαν ο μεταφορεύς όπλων Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος εξ Αγίας Παρασκευής υποσχεθείς ότι θα αναλάβη την μεταφοράν των όπλων και ο Νικόλαος Ντάλλας αναλαβών να δέχεται αυτά εν τη οικία του. Την Τετάρτην 28ην ωρκίσθησαν δύο εκ Λευκοπηγής πολεμισταί, ο Ευάγγελος Καραπάτσιος και ο Κώτιας Τσουκνίδας….».

Από την ιστορική εκείνη ημέρα της ορκωμοσίας του, ο Παπαντώνης αναλαμβάνει επίσημα το τιτάνιο έργο να μυήσει τους κατοίκους του χωριού του και άλλους εμπίστους κατοίκους από τα γειτονικά χωριά. Στην αρχή θα μυήσει τους ιεροψάλτες του χωριού, που ασκούν και τα καθήκοντα του δασκάλου στα λιγοστά παιδιά του χωριού. Μετά ακολουθεί η μύηση του Μουχτάρη (Προέδρου του χωριού) και των τριών Αγάδων (Κοινοτικών Συμβούλων ).

Συνεργάζεται μαζί τους και ετοιμάζει την ομάδα, που θα μεταφέρουν τα όπλα από τα Τρίκαλα. Επιλέγει για αρχηγό της ομάδας τον Κώτσιο Λαμπρόπουλο, που ορκίστηκε μαζί του, και αργότερα τον Ευάγγελο Τσέπουρα (Καραμπέρη) και τον νεαρό Ιωάννη Μαρκόπουλο (Μαρκομπέη), ανεψιό της γυναίκας του Τσέπουρα. Ζητάει και τη γνώμη των αρχόντων του χωριού και εκείνοι εγκρίνουν τις αποφάσεις του. Η συνεργασία του με τους κατοίκους του χωριού είναι αγαστή. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού γνωρίζουν τον αγώνα του ιερέα τους και τον συντρέχουν. Τον βοηθούν με κάθε τρόπο. Όταν έρχονται οι μεταφορείς από τα Τρίκαλα, πάντα νύχτα, κατά ομάδες πηγαίνουν στην εκκλησία μέσα στα δέντρα, ξεφορτώνουν τα ζώα και κρύβουν τα όπλα και τα πυρομαχικά στην κρύπτη του ασκηταριού κάτω από το ιερό της εκκλησίας.

Η προσωπικότητα του Παπαντώνη είναι σεβαστή και όλοι οι κάτοικοι των γύρω χωριών τον εκτιμούν και τον σέβονται. Η Επιτροπή του Αγώνα τον διορίζει υπεύθυνο για την περιοχή των χωριών από τη Λευκοπηγή μέχρι και την Αιανή. Συνεργάζεται με τους άλλους ιερείς και τους κατοίκους της περιοχής ευθύνης του και είναι αυτός, που κατευθύνει τις κινήσεις και τις δραστηριότητες των μυημένων στον Αγώνα και των μεταφορέων όπλων. Πολύ συχνά, όπως έλεγαν παλιότερα οι παππούδες του χωριού, τον έβλεπαν να φεύγει από το χωριό νύχτα χωρίς να ξέρουν προς τα πού πήγαινε. Κάποιες νύχτες τον έβλεπαν να έχει για συνοδούς τον Κώτσιο Λαμπρόπουλο και τον Ευάγγελο Τσέπουρα (Καραμπέρη) και καβάλα στα ζώα τους τραβούσαν προς την Καρυδίτσα (Σπούρτα). Σίγουρα πήγαιναν στην Κοζάνη για να συναντήσουν τα μέλη της Επιτροπής και να δώσουν τις δέουσες πληροφορίες.

Οι τρεις μεταφορείς, που επέλεξε για το χωριό του, είναι γενναία παλικάρια. Οι δυο πρώτοι, ο Κώτσιος Λαμπρόπουλος και ο Ευάγγελος Τσέπουρας, που είναι γύρω στα τριάντα πέντε, γνωρίζουν τη διαδρομή προς τα Τρίκαλα και γίνονται οι ηγέτες όλου του καραβανιού του Τσαρσιαμπά. Ο τρίτος είναι νεαρός, γύρω στα είκοσι τρία, αλλά είναι ατρόμητος. Ο Παπαντώνης τους κατατοπίζει για τη δύσκολη και επικίνδυνη αποστολή και τους φέρνει σ’ επαφή με τους μεταφορείς των άλλων χωριών όλου του Τσαρσιαμπά. Κυρίως με τους μεταφορείς των γειτονικών χωριών, της Λευκοπηγής και της Ροδιανής. Με το Σπύρο Βαλαή από τη Ραντουμπίτστα (Ροδιανή) και τον Γρηγόριο Δουγαλή τον Αθανάσιο Δουγαλή και τον Αθανάσιο Κουτρότσιο από το Βελίστι (Λευκοπηγή).

Ο Παπαντώνης μέχρι το 1908 εργάζεται πυρετωδώς για το εθνικό θέμα της Μακεδονίας. Με την ανακήρυξη του Τουρκικού Συντάγματος του 1908 τυπικά σταματάει ο Μακεδονικός Αγώνας και οι διαμάχες των βαλκανικών λαών. Τώρα ο Παπαντώνης ασχολείται μόνο με τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα στο χωριό. Στις 10 Μαρτίου του 1909 με εντολή του Μητροπολίτη Κωνστάντιου αναλαμβάνει την ηγουμενία του μοναστηριού της Λαριούς, όπως αυτό φαίνεται από τα αρχεία της Μητρόπολης. Στο μοναστήρι ο Παπαντώνης θα παραμείνει μέχρι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, γιατί οι κάτοικοι του χωριού του ξεσηκώθηκαν, που έμειναν χωρίς παπά. Στην αναφορά των κατοίκων τον Απρίλιο του 1909 προς τη Μητρόπολη τονίζεται έντονα η ιδιαιτερότητα του χωριού, που ήταν παλαιά μοναστήρι, και διαφαίνεται η πικρία, η θλίψη και ο παραμερισμός τους από το Μητροπολίτη. Ποτέ όμως δεν έκοψε τις διασυνδέσεις του με το Μοναστήρι της Λαριούς και συχνά ιερουργούσε στον ιερό ναό της Αγίας Τριάδας του μοναστηριού, όπως αυτό φαίνεται από τις γραπτές μαρτυρίες κάποιων συγγραφέων της εποχής.

Μέχρι το 1913, που χειροτονείται ο νέος ιερέας για το χωριό ο Παπαχαρίσης Καλημέρης, ο Παπαντώνης ασκεί τα καθήκοντά του. Είναι πια γύρω στα εξήντα και η υγεία του δεν του επιτρέπει να ασκεί επαρκώς τα καθήκοντά του. Οι προφορικές μαρτυρίες των συγγενών του λένε, ότι ο Παπαντώνης έπασχε τα τελευταία χρόνια από τα πόδια του. Έχει όμως στο μυαλό του και μια άλλη υποχρέωση προς τους κατοίκους του χωριού και πρέπει να την εκπληρώσει. Να ανεγείρει μια καινούργια εκκλησία μεγαλύτερη. Ο Μεγάλος Θεός θα του δώσει ακόμη δέκα χρόνια ζωής για να εκπληρώσει το τάμα του στην αγία του χωριού του, την Αγία Παρασκευή, καθώς και στους κατοίκους του χωριού του.

Με την απελευθέρωση της Μακεδονίας του 1912 ο Παπαντώνης θα δει ελεύθερη την ιδιαίτερη πατρίδα του και θα νιώσει στην ψυχή του μεγάλη χαρά και αγαλλίαση. Οι κόποι, οι αγώνες τόσο οι δικοί του, όσο και των συντρόφων του δεν πήγαν χαμένοι! Τώρα βάζει σε ενέργεια ένα παλαιό του σχέδιο. Να ανεγείρει μια νέα μεγαλύτερη εκκλησία, γιατί ο πληθυσμός του χωριού έχει αυξηθεί. Αμέσως μετά την απελευθέρωση ξεκίνησε τις εργασίες και σε σύντομο χρονικό διάσημα την έστησε. Το 1913 η νέα εκκλησία προς τιμή της Αγίας Παρασκευής ήταν έτοιμη! Ο νέος ιερέας του χωριού, ο Παπαχαρίσης Καλημέρης, θα αναλάβει τις ιερουργικές πράξεις στη νέα εκκλησία.

Στην ανέγερση της νέας εκκλησίας ο Παπαντώνης θα αφήσει την ιδιαίτερη σφραγίδα του. Θα κινητοποιήσει όλο το χωριό και πολλούς ξένους προσκυνητές της Αγίας του χωριού και οι εργασίες της εκκλησίας θα τελειώσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο θεμέλιος λίθος, όπως λένε οι παππούδες του χωριού, μπήκε αμέσως μετά την απελευθέρωση και οι εργασίες συνεχίστηκαν με γρήγορο ρυθμό. Ο Παπαντώνης βρήκε χρηματοδότες τους κοζανίτες αδελφούς Τσιαρτσιώνη, που ήταν φιλικοί επισκέπτες του χωριού και ευλαβείς προσκυνητές της Αγίας Παρασκευής. Όλα τα έξοδα των μαστόρων για την ανέγερση της νέας εκκλησίας τα επιβαρύνθηκαν οι αδελφοί Τσιαρτσιώνη. Τα υλικά, τις πέτρες, την ξυλεία, τα κεραμίδια και ό,τι άλλο χρειάστηκε, ανέλαβαν να τα πληρώσουν οι αδελφοί Τσιαρτσιώνη, ενώ τη σίτιση των μαστόρων είχαν αναλάβει οι κάτοικοι του χωριού, που εργάζονταν εκ περιτροπής και οι ίδιοι ως εργάτες.

Η νέα εκκλησία, που επέζησε μέχρι το 1981, ήταν εξωτερικά μια πανέμορφη εκκλησία. Ήταν μια υπερυψωμένη μονόκλιτη βασιλική με σαμαρωτή στέγη και με μικρές αποκλίσεις στην ανατολή και τη δύση. Εσωτερικά ο ζωγραφικός διάκοσμος ήταν φτωχός. Είχε λίγες τοιχογραφίες στο ιερό βήμα και μια του Αγίου Γεωργίου στο νότιο τοίχο δίπλα στους ιεροψάλτες και μια άλλη στο βόρειο τοίχο, πάνω από το πορτάκι, που οδηγούσε κάτω στο ασκηταριό. Το ασκηταριό βρισκόταν και βρίσκεται και σήμερα κάτω από το δάπεδο της νέας εκκλησίας. Πιθανόν ήταν το ιερό της παλαιάς εκκλησίας του Παπαζήση, που σεβάστηκε ο Παπαντώνης και δεν το κατάστρεψε. Το ίδιο συνέβη και με την ανέγερση της νέας μεγάλης εκκλησίας του 1981. Εξωτερικά είχε ένα περίστωο, που περιέτρεχε το κτίσμα της εκκλησίας από τη νότια και δυτική πλευρά με επικλινή στέγη και ωραία ξύλινα δοκάρια γύρω-γύρω και στα ενδιάμεσα υπήρχαν περίτεχνα ξύλινα κάγκελα.. Έτσι δημιουργούνταν ένας μεγάλος διάδρομος έξω από την εκκλησία, όπου κάθονταν οι παππούδες του χωριού στα ειδικά κατασκευασμένα παγκάκια γύρω από το περίστωο, μετά την απόλυση της θείας λειτουργίας.

Η εκκλησία του Παπαντώνη (1913)

Ο Παπαντώνης πέθανε στα 1924 αφήνοντας στους κατοίκους του χωριού πολύ καλές αναμνήσεις, που διασώζονται μέχρι σήμερα. Υπηρέτησε την εκκλησία και το χωριό σε δύσκολους καιρούς ως καλός και ευσυνείδητος ιερέας. Η προσφορά του υπήρξε μεγάλη στην εθνική υπόθεση της Μακεδονίας. Γι’ αυτό και πέρασε στις δέλτους της ιστορίας με χρυσά γράμματα ως Μακεδονομάχος μαζί με τους άλλους συμπολεμιστές του. Ενταφιάστηκε πίσω από το ιερό βήμα της εκκλησίας του. Τα οστά με την ιερατική του στολή τα αποκάλυψαν οι μάστοροι κατά το 1981, ανασκάπτοντας τα θεμέλια για την ανέγερση της νέας μεγάλης εκκλησίας. Με πολλή ευλάβεια τα παρέλαβαν, τα έπλυναν με κρασί, και αφού ο Παπακώστας Καραλίγκας έκανε τρισάγιο για την ψυχή του, τα τοποθέτησαν μέσα σ’ ένα μικρό ξύλινο κιβώτιο και τα έθαψαν λίγο παρακάτω δίπλα στους τάφους των άλλων ιερέων του χωριού.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω ο Παπαντώνης μετά τη μύηση και την ορκωμοσία του από τον ίδιο τον Παύλο Μελά μέσα στη Μητρόπολη Κοζάνης ανέλαβε να κατηχήσει και να μυήσει κάποιους από το χωριό του για την επιτυχή διεξαγωγή του αγώνα. Τους πρώτους που μύησε ήταν οι στενοί συνεργάτες του στην εκκλησία. Αυτοί ήταν οι δυο ιεροψάλτες-αναγνώστες του χωριού. Ο Θεόδωρος Μαρκόπουλος και ο Μάρκος Μυλωνάς. Πρώτα ξαδέρφια οι δυο ιεροψάλτες από τους πατεράδες τους, που, παρότι ήταν αδέρφια, είχαν διαφορετικά επώνυμα ο καθένας. Ο πρώτος, ο Θεόδωρος, κράτησε το πατρικό επώνυμο Μαρκόπουλος, γιατί ο πρόγονός τους ήταν Μάρκος. Ο δεύτερος, ο Μάρκος, εξαιτίας της πολυετούς εργασίας του πατέρα του στο μύλο Τσιρώνα στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής, πήρε το επώνυμο Μυλωνάς.

Ο Θεόδωρος Ιωάννου Μαρκόπουλος γεννήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1878 σύμφωνα με το Δημοτολόγιο του Παπαντώνη. Σήμερα είμαστε σίγουροι ότι γεννήθηκε στην Αγία Παρασκευή και όχι στο παλαιό χωριό Πορτοράζι (σημερινό Πρωτοχώρι), όπου ζούσαν οι γονείς του ώς τα 1860 περίπου. Οι σημερινές οικογένειες του χωριού των Μαρκοπουλαίων, των Μυλωνάδων, των Καραλιγκάδων, των Καλαμπουκάδων, των Κατσικάδων (σήμερα Καλαμπουκάδες) και του Παλιαμούτα (σήμερα Κολέτσας) ζούσαν στο χωριό Πορτοράζι, που ήταν μικτό χωριό από Τούρκους και Έλληνες Χριστιανούς. Μετά την επανάσταση του Ζιάκα στα Γρεβενά στα 1854 και τη μεγάλη καταστροφή των ελληνικών χωριών, άρχισαν σταδιακά κατά οικογένειες να αποχωρούν από το Πορτοράζι και να εγκαθίστανται στο κοντινό χωριό της Αγίας Παρασκευής, δίπλα στο παλαιό μοναστήρι. Και ο λόγος, όπως ομολογούν ακόμη και σήμερα οι παππούδες του χωριού, ήταν ο φόβος των κατοίκων να μη τους «χαλάσουν» οι Τούρκοι για αντίποινα. Τα χρόνια αυτά κατά εκατοντάδες οι Χριστιανοί της περιοχής Γρεβενών καταφεύγουν στα χωριά του Τσιαρσαμπά, όπου βρίσκουν καταφύγιο κοντά στους άλλους Έλληνες Χριστιανούς.

Ο Θεόδωρος Μαρκόπουλος

Ο Θεόδωρος αναφέρεται ότι στα 1895 και σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών έκανε το δάσκαλο στα λιγοστά παιδιά του χωριού. Προφανώς ήξερε κάποια γράμματα, τα οποία δεν γνωρίζουμε πού τα έμαθε. Πιθανόν είναι από μικρή ηλικία να ακολούθησε στο αναλόγιο της εκκλησίας τον Παπαντώνη, μαζί με άλλα παιδάκια, και εξαιτίας της φυσικής ευφυΐας του να ήταν σε θέση να διδάσκει στα μικρά παιδιά τα εκκλησιαστικά κολλυβογράμματα. Για τρία χρόνια ασκεί μόνος του τα καθήκοντα του δασκάλου και μετά προστίθεται και δεύτερος δάσκαλος, που είναι ο ξάδερφός του Μάρκος Μυλωνάς, ο οποίος είναι κατά τρία χρόνια μεγαλύτερός του.

Ο Παπαντώνης επέλεξε το Θεόδωρο σαν έμπιστο άνθρωπο για την ιερή αποστολή του Αγώνα. Κάθε φορά, που τα παλικάρια-μεταφορείς του χωριού έφερναν τα όπλα από τα Τρίκαλα, τον έπαιρνε μαζί με τον άλλον Αναγνώστη και τα άλλα έμπιστα πρόσωπα του Κοινοτικού Συμβουλίου, ξεφόρτωναν τα ζώα και τα όπλα τα έκρυβαν μέσα στη μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, η οποία βρισκόταν χωμένη μέσα στις αιωνόβιες βελανιδιές στο παλαιό μοναστήρι. Το ιερό βήμα αυτής της εκκλησίας είναι το σωζόμενο σήμερα ασκηταριό, που βρίσκεται κάτω και από το σημερινό μεγαλοπρεπή ναό. Σε κάποια από τις επόμενες νύχτες θα τα ξαναφόρτωναν και θα έφευγαν κρυφά μέσω του Σινιάτσικου Όρους για τα χωριά της Καστοριάς, όπου δρούσαν οι Μακεδονομάχοι εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων και των Τούρκων κατακτητών.

Ο Θεόδωρος Μαρκόπουλος άφησε εποχή στη μικρή κοινωνία του χωριού. Ήταν για τους κατοίκους του χωριού μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Γιατί πρωτοτύπησε σε πολλά πράγματα, όχι μόνο στις κοινοτικές και εκκλησιαστικές υποθέσεις του χωριού, αλλά πολύ περισσότερο στην προσωπική ιδιωτική του ζωή. Παντρεύτηκε τρεις φορές και απέκτησε παιδιά και από τις τρεις γυναίκες του.

Ο δεύτερος στη σειρά από τους μυημένους στον Αγώνα από τον Παπαντώνη ήταν ο Μάρκος Δημητρίου Μυλωνάς. Σύμφωνα με το Δημοτολόγιο του Παπαντώνη γεννήθηκε στα 1875 στο νέο χωριό της Αγίας Παρασκευής. Ο πατέρας του Δημήτριος Μαρκόπουλος ήταν γεννημένος στο Πορτοράζι και εκτός από γεωργός ήταν και εργάτης στο μύλο του Τσιρώνα, που βρισκόταν στα σύνορα της περιοχής των κτημάτων της Αγίας Παρασκευής και του Πορτοράζι. Εξαιτίας της πολυετούς ενασχόλησής του με την εργασία του μυλωνά απέκτησε το παρανόμι Μυλωνάς. Μ’ αυτό το όνομα σαν επώνυμο πια τον καταγράφει στο Δημοτολόγιο ο Παπαντώνης. Κατά τις διηγήσεις του πατέρα του συγγραφέα αυτού του άρθρου, ο Δημήτριος Μαρκόπουλος-Μυλωνάς, που ήταν ο παππούς του, πήρε μέρος με αρκετούς άνδρες και άλλα παλικάρια του χωριού στην Επανάσταση του Μπούρινου κατά το 1878. Εντύπωση έκανε στον εγγονό το γεγονός ότι η εξέγερση αυτή ήταν μεγάλη και έγινε καταχείμωνα πάνω στο βουνό!

Ο Μάρκος Μυλωνάς παντρεύτηκε τη συγχωριανή του Φωτεινή Κ. Κουτρότσιου και απέκτησε πέντε παιδιά. Το Δημήτριο, την Πανάγιω, τον Κωνσταντίνο, τον Ιωάννη, που πέθανε μικρός, και τον Ευάγγελο. Στα 1898 σε ηλικία είκοσι τριών ετών αναλαμβάνει να διδάξει στα παιδάκια του χωριού σα δεύτερος δάσκαλος. Προφανώς οι Κοινοτικοί άρχοντες της εποχής βοηθούμενοι από το Σύλλογο των Διδασκάλων της Κοζάνης τον θεωρούν και αυτόν κατάλληλο για δάσκαλο και του αναθέτουν να διδάξει σε μια από τις δυο τάξεις που έχει το σχολείο. Σε «Αναφορά λειτουργίας σχολείων 11-7-1897», που υπάρχει στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, αναφέρεται ότι στα γύρω από την Κοζάνη χωριά λειτουργούν σχολεία με αρκετούς μαθητές. Στο χωριό μας λειτουργεί σχολείο με δώδεκα μαθητές και έχει δυο δασκάλους. Αυτοί είναι ο Θεόδωρος Μαρκόπουλος και ο Μάρκος Μυλωνάς. Αργότερα, στα 1903, παρουσιάζεται και άλλος δάσκαλος στο χωριό. Αυτός είναι ο Γεώργιος Κ. Κατσαουνίδης από την Κοζάνη και αναφέρεται σε «ενθύμιση» εκκλησιαστικού βιβλίου του χωριού ότι είναι δάσκαλος και ιεροψάλτης του χωριού.

Στα χρόνια αυτά αποφασίζεται από τους κατοίκους του χωριού η ανέγερση κάποιου διδακτηρίου. Ο Παπαντώνης με τους δυο δασκάλους του χωριού και με την ηθική και υλική συνδρομή των δασκάλων από την Κοζάνη είναι ο πρωτοπόρος. Γύρω στα 1900 κτίζεται ένα ωραίο διδακτήριο, εκεί που σήμερα βρίσκεται το Κοινοτικό Κατάστημα. Από τις πληροφορίες των παππούδων μάθαμε ότι όλα τα έξοδα βάραιναν τους κατοίκους του χωριού, που δούλευαν με προσωπική εργασία. Αρχιμάστορας του Σχολείου ήταν κάποιος Παπαδήμος από τα χωριά των Σερβίων. Τις πέτρες, που χρησιμοποίησε για το κτίσιμο του Σχολείου, τις εξόρυσαν οι κάτοικοι του χωριού από ένα λόφο, νότια του χωριού προς την Κερασιά, που σήμερα λέγεται «Παπαδήμος». Σήμερα στο χώρο αυτό είναι κτισμένο το όμορφο εκκλησάκι του Αγίου Πνεύματος. Στο διδακτήριο αυτό φοίτησαν τα παιδάκια του χωριού μέχρι το 1947. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο κατασκευάστηκε άλλο διδακτήριο στην ίδια θέση, που και αυτό έδωσε τη θέση του στο μεγαλοπρεπές σημερινό Κοινοτικό Κατάστημα στα 1998.

Στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα ο Μάρκος συνεργάζεται υπό την καθοδήγηση του Παπαντώνη με τα άλλα έμπιστα πρόσωπα του χωριού και βοηθάει στην απόκρυψη των όπλων μέσα στην εκκλησία του χωριού και τη μεταφόρτωσή τους για την περιοχή της Καστοριάς. Ο Παπαντώνης του είχε μεγάλη εμπιστοσύνη και του ανέθετε επικίνδυνες αποστολές. Τον έστελνε στα διπλανά χωριά, όπου είχε στενούς συγγενείς, και συντόνιζε τις ενέργειες και τις μετακινήσεις των μεταφορέων. Στην Κάλλιανη (Αιανή) είχε την αδελφή του Μαρία παντρεμένη με τον Γκανάτσιο Αναστάσιο, ο οποίος ήταν μυημένος μαζί με πολλούς άλλους Αιανιώτες στον κοινό αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Γαμπρός του Γκανάτσιου στην κόρη του Βενέτω ήταν ο μεγάλος Μακεδονομάχος της περιοχής Γεώργιος Λαζαριώτης (Καψαλιάρης) από το Πλατανόρεμα Σερβίων. Ο τελευταίος ήταν μυημένος στον Αγώνα και προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στην εθνική υπόθεση της Μακεδονίας ως πολεμιστής στο σώμα του καπετάν Βάρδα.. Στην ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα πέρασε με το επώνυμο του πεθερού του «Γκανάτσιος Γεώργιος». Στη διπλανή Ραντουμπίτστα (Ροδιανή) είχε επίσης την άλλη αδελφή του Αικατερίνη παντρεμένη με τον Εμμανουήλ Τζέλλο, ο οποίος ήταν μυημένος στον Αγώνα με τον Παπανικόλα Καλημέρη, τον ιερέα του χωριού, το Σπύρο Βαλαή και τους άλλους μυημένους Ροδιανιώτες. Ακόμη είχε και τρίτη αδελφή, την Ευαγγελή που ήταν παντρεμένη στην Απάνω Βάνιτσα (Άνω Κώμη) με το Μούσιο Κωνσταντίνο, που και εκείνος ήταν μυημένος στον Αγώνα.

Ο Μάρκος ακολούθησε τα επαγγέλματα του πατέρα του. Ήταν γεωργός, αλλά εργαζόταν συγχρόνως και στους μύλους του χωριού. Πρώτα στο μύλο Τσιρώνα, κοντά στον πατέρα του, και αργότερα, όταν ο κοζανίτης Μιχάλης Παπακωνσταντίνου έστησε μεγάλο μύλο στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής, εργάστηκε επί σειρά ετών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γνωριστεί με πολλούς κατοίκους των γύρω χωριών Τούρκους και Χριστιανούς, που έρχονταν στους μύλους και άλεθαν τα γεννήματά τους. Εκεί με επιδεξιότητα και διπλωματικότητα εκμαίευε διάφορες πληροφορίες που ήταν πολύ χρήσιμες για το μεγάλο Αγώνα. Εξαιτίας των πληροφοριών που μεταβίβαζε στον Παπαντώνη και την Επιτροπή του Αγώνα στην Κοζάνη έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από τα μέλη της Επιτροπής.

Ο Μάρκος Δ. Μυλωνάς με το γιο του Δημήτριο (1931)

Ο Μάρκος Μυλωνάς μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας ακολούθησε, όπως όλοι οι Έλληνες, το δρόμο της επιβίωσης της οικογένειάς του, εργαζόμενος στα λιγοστά κτήματά του και στο μύλο του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου. Μετά το 1923 πήρε την απόφαση να ακολουθήσει αυτό που έκαναν πολλοί Μακεδόνες. Να ξενιτευτεί στην μακρινή Αμερική, που ήταν η νέα πάμπλουτη χώρα πέρα από τον Ατλαντικό. Στην Αμερική έμεινε κάποια χρόνια και επέστρεψε γύρω στα 1930. Η φωτογραφία με το γιο του Δημήτριο στα 1931 είναι βγαλμένη μόλις είχε επιστρέψει από την Αμερική.

Οι δυο αναγνώστες, που ήταν και οι πρώτοι δάσκαλοι του χωριού, ο Θεόδωρος Μαρκόπουλος και ο Μάρκος Μυλωνάς, πέθαναν στα τέλη της δεκαετίας του σαράντα, χωρίς ποτέ να τους αποδοθεί κάποια τιμή και αναγνώριση για το έργο που προσέφεραν όχι μόνο στο χωριό τους, αλλά και στην υπόθεση για την απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Μετά τη μύηση των αναγνωστών ο Παπαντώνης θέλει να κατηχήσει και να μυήσει και τους άνδρες του Κοινοτικού Συμβουλίου. Και οι τέσσερες άνδρες είναι αρκετά ηλικιωμένοι και έχουν μεγάλο κύρος στους κατοίκους του χωριού. Είναι πρόσωπα εμπιστοσύνης και η γνώμη τους είναι σεβαστή απ’ όλους. Οι δύο πρώτοι, ο Καλαμπούκας Γεώργιος και ο Νικόλαος Μαρκόπουλος, γνωρίζουν καλά τα τουρκικά και έχουν καλές σχέσεις με τους Τούρκους των γειτονικών τουρκικών χωριών. Του Πορτοράζι (Πρωτοχώρι), του Ακ Μπουνάρ (Ίσβορου-Λευκόβρυση) και του Γενίκιοι (Άργιλος). Εξάλλου γεννήθηκαν στο Πορτοράζι και μεγάλωσαν μέσα σε περιβάλλον, όπου μιλούσαν περισσότερο τα τουρκικά και λιγότερο τα ελληνικά.

Πρώτος από τους άνδρες του Κοινοτικού Συμβουλίου είναι ο Πρόεδρος του χωριού (Μουχτάρης). Είναι ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Καλαμπούκας (Καλαμπουκογιώργος), που γεννήθηκε, σύμφωνα με το Δημοτολόγιο του Παπαντώνη, στο Πορτοράζι στα 1842. Εγκαταστάθηκε στο νέο χωριό της Αγίας Παρασκευής γύρω στα 1860, μετά την εξέγερση των κατοίκων των Γρεβενών με επικεφαλής το Θεόδωρο Ζιάκα. Είναι πολύ πιθανόν να κατέβηκε στην Αγία Παρασκευή μαζί με την οικογένεια των Μαρκοπουλαίων. Αυτό αποδεικνύεται από τους χώρους που κατέλαβαν στο νέο χωριό για να στήσουν τα σπίτια τους. Αυτά ήταν δίπλα-δίπλα, όπως είναι και τα βλέπουμε και σήμερα. Ο Καλαμπουκογιώργος απέκτησε τέσσερα αγόρια. Τον Αντώνιο, τον Αργύριο, τον Ιωάννη και τον Εμμανουήλ. Ο δεύτερος και ο τρίτος γιος του, ο Αργύριος και ο Ιωάννης (Νιάνιος), στις αρχές του 1900 ξενιτεύτηκαν στην Αμερική και επέστρεψαν στο χωριό φορώντας δερμάτινα παπούτσια, που τα έλεγαν κορδέλια. Από τότε η οικογένεια του Καλαμπουκογιώργου πήρε το παρανόμι Κορδελάδες.

Δεύτερος είναι ο Νικόλαος Γεωργίου Μαρκόπουλος, που γεννήθηκε και αυτός στο Πορτοράζι στα 1840, και η οικογένειά του στο Δημοτολόγιο του Παπαντώνη έχει την τιμητική θέση να καταγράφεται πρώτη. Στην αναφορά του 1909 προς τη Μητρόπολη υπογράφει ως Νικόλαος Μάρκου, ενώ μετά το 1917 σε έγγραφα της εποχής οι απόγονοί του καταγράφονται με το επώνυμο Καραλίγκας, το οποίο έχουν και σήμερα. Ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των Μαρκοπουλαίων, η οποία εγκαταστάθηκε στο νέο χωριό, όπως ειπώθηκε παραπάνω, γύρω στα 1860. Γνώριζε πολύ καλά τα τουρκικά και είχε άριστες σχέσεις και διασυνδέσεις με τους Τούρκους της περιοχής. Από τις αφηγήσεις των παλαιοτέρων λέγεται ότι ήταν ο επίσημος διερμηνέας μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων Χριστιανών. Πάντα έπαιρνε με διπλωματικό τρόπο το μέρος των Ελλήνων και πολλές φορές κατηγορήθηκε από τους Τούρκους κατακτητές για τη μεροληπτική του στάση. Γιος αυτού ήταν ο Γεώργιος Καραλίγκας, που αργότερα μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας διετέλεσε Πρόεδρος του χωριού στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Αυτό φαίνεται από δικαστική απόφαση του 1923 του δικαστηρίου Κοζάνης, η οποία έχει σχέση με τα κτήματα του κάμπου, που τα διεκδικούσαν οι Τούρκοι των γειτονικών χωριών, Πορτοράζι, Ακ Μπουνάρ (Ίσβορου) και Γενίκιοΐ.

Τρίτος είναι ο Αθανάσιος Γεωργίου Παπάς, που στο Δημοτολόγιο του Παπαντώνη φαίνεται ότι είναι γεννημένος στα 1840. Δεν ήταν κάτοικος του χωριού, αλλά ήρθε από την Καισαρειά γαμπρός στην οικογένεια του ιερέα του χωριού Ζήση, ο οποίος είχε τρεις θυγατέρες. Πήρε για επώνυμο την ιδιότητα του πεθερού του και δημιούργησε με τα πολλά παιδιά του τη μεγάλη οικογένεια των Παπαδοπουλαίων στο χωριό. Στην αναφορά προς τη Μητρόπολη του 1909 υπογράφει ως Αθανάσιος Παπαζήσης, ενώ στο χωριό οι κάτοικοι τον φώναζαν Παπαδονάτσιο. Πιθανόν ο Παπαντώνης να ήταν ο προξενητής του, αφού και ο ίδιος καταγόταν από την Καισαρειά και είχε καλές σχέσεις με την οικογένεια του Αθανασίου, που έφερε το επώνυμο Παπαθανασίου. Ο Αθανάσιος με τη θυγατέρα του Παπαζήση Βασιλική, που την αποκαλούσαν Τσιτσίκου, απέκτησε επτά παιδιά. Τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια. Αγόρια το Ζήση, το Θωμά, το Γεώργιο και το Χαρίσιο και κορίτσια την Αναστασία, την Αικατερίνη και την Ευαγγελή.

Τέταρτος είναι ο Αθανάσιος Ιωάννου Μαρκόπουλος, που γεννήθηκε, σύμφωνα με τον Παπαντώνη, στα 1851. Ήταν ο μικρότερος του Κοινοτικού Συμβουλίου και εξέφραζε τη γνώμη του με πολλή παρρησία. Ήταν θερμόαιμος, εκρηκτικός και πολύ αποφασιστικός. Στην αναφορά του 1909 υπογράφει ως Αθανάσιος Μαρκογιάννης, ενώ οι κάτοικοι του χωριού τον αποκαλούσαν Μαρκονάτσιο.

Ο Παπαντώνης τους μύησε σε κοινή κρυφή σύσκεψη στο σπίτι του. Οι παππούδες του χωριού έλεγαν ότι σ’ αυτή τη σύσκεψη, που έγινε στα 1904 μετά την ορκωμοσία του, ο Παπαντώνης τους μίλησε με θερμά και πατριωτικά λόγια και τους παρότρυνε να βοηθήσουν όλοι τον κοινό αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Κάποιοι έλεγαν ότι τους όρκισε να μην πουν τίποτε σε κανέναν. Κάτι παρόμοιο που γινόταν και στη Φιλική Εταιρεία. Σ’ αυτή τη σύσκεψη λένε ότι ο Μαρκονάτσιος, βλέποντας τον Παπαντώνη φοβισμένο και συγκινημένο, σηκώθηκε εντελώς αυθόρμητα και παίρνοντας το λόγο είπε πάνω κάτω τα εξής; «Παπαντώνη, μην κρύβεσαι και μη φοβάσαι. Είναι χρόνια που τα περιμένουμε αυτά. Φτάνει πια! Όλοι θα δώσουμε ό,τι έχουμε στον Αγώνα». Όλοι ήταν άφωνοι και περίμεναν τον Παπαντώνη να τους ξεδιπλώσει τα σχέδια και τις οδηγίες της Επιτροπής από την Κοζάνη. Τι έπρεπε να κάνουν σα Συμβούλιο, αλλά και ο καθένας τους χωριστά. Τους τόνισε ότι όλα έπρεπε να γίνονται κρυφά και μυστικά και ότι έπρεπε να διαλέξουν κάποια γενναία παλικάρια του χωριού, που θα γίνονταν οι μεταφορείς των όπλων και των πολεμοφοδίων από τα Τρίκαλα. Ο Μαρκονάτσιος δεν κρατήθηκε και για δεύτερη φορά σηκώθηκε και τους πρότεινε για μεταφορείς το γιο του Γιάννη και το γαμπρό στην κόρη του Στεργιανή Ευάγγελο Τσέπουρα (Καραμπέρη).

Ας έρθουμε τώρα στους μεταφορείς των όπλων. Πρώτος ήταν ο Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος (ο Κώτσιος του Μήκα). Γεννήθηκε στην Αγία Παρασκευή στα 1870 και ανήκε στη μεγάλη οικογένεια των Λαμπροπουλαίων, που κατέβηκε στο χωριό από το χωριό του Μπούρινου γύρω στα 1815, μετά την καταστροφή του χωριού από τους Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά. Στο Δημοτολόγιο του Παπαντώνη παρατηρούμε ότι είναι καταγραμμένες τέσσερες οικογένειες των Λαμπροπουλαίων. Ο Κώτσιος παντρεύτηκε την Αικατερίνη Γεωργίου Γιούργα από τη Μεταμόρφωση και απέκτησε τέσσερα παιδιά. Τον Δημήτριο, τον Αντώνιο, τη Βάια και την Πανάγιω. Τα αγόρια του ξενιτεύτηκαν γύρω στα 1916 στη μακρινή Αμερική και επέστρεψαν στην Ελλάδα, «στο γενέθλιο τόπο» ως επισκέπτες στη δεκαετία του 50. Στα 1919 έστειλαν στη χήρα μητέρα τους Αικατερίνη χίλιες πεντακόσιες δραχμές με σκοπό να αγοράσει για λογαριασμό τους κτήματα από τους μπέηδες του Πορτοράζι. Το σχετικό συμβόλαιο υπάρχει στα χέρια του εγγονού του Ζήση Λαμπρόπουλου. Από τις θυγατέρες του η πρώτη παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Καραλίγκα, αργότερα ιερέα, και η δεύτερη τον Γεώργιο Ζέρβα από την Μεταμόρφωση. Ο τελευταίος ήρθε γαμπρός στο σπίτι του Κώτσιου στα 1927. Οι δυο θυγατέρες του Κώτσιου έμειναν ορφανές από μικρή ηλικία και η μητέρα τους τις ανάθρεψε με « παιδεία και νουθεσία Κυρίου» και τις μετέδωσε τα αγνά ήθη και έθιμα της ελληνικής επαρχίας. Για τον πατέρα τους, που υπηρέτησε χωρίς καμιά απολαβή την πατρίδα, τον φωτογράφησε στη μνήμη τους πολύ ζωντανά, έτσι που αργότερα οι ίδιες μιλούσαν για τον πατέρα τους σαν να τον είχαν ζήσει!

Ο Κώτσιος Λαμπρόπουλος, ορκίστηκε και μυήθηκε στον ιερό αγώνα την ίδια μέρα με τον Παπαντώνη, όπως το είδαμε να το καταγράφει πολύ παραστατικά ο Ν. Μαλούτας παραπάνω. Ο Παπαντώνης σίγουρα γνώριζε τον Κώτσιο και η επιλογή του να τον πάρει μαζί του στη Μητρόπολη την ημέρα της ορκωμοσίας δεν ήταν καθόλου τυχαία. Η δεύτερη θυγατέρα του Κώτσιου Πανάγιω διηγούνταν πολλά για τον πατέρα της, αν και η ίδια δεν τον θυμούνταν, γιατί ο πατέρας της είχε πεθάνει στα 1914, όταν εκείνη ήταν μόλις τεσσάρων χρονών. Ό,τι έλεγε τα είχε ακούσει από τη μητέρα της Αικατερίνη, που πέθανε στα 1938. Διηγούνταν, λοιπόν, η γιαγιά Πανάγιω ότι ο πατέρας της μυήθηκε από τον Παπαντώνη, πριν από την ορκωμοσία τους, γιατί τον θεωρούσε ικανό, έμπιστο, έξυπνο και κατάλληλο άνδρα για μια τέτοια αποστολή. Εξάλλου γνώριζε καλά το δρομολόγιο, γιατί τακτικά κατέβαινε στη Θεσσαλία μεταφέροντας διάφορα προϊόντα με τα ζώα τους. Ήταν ξερακιανός, θαρραλέος, επινοητικός, σκληρός και καθώς ήταν αδύνατος φαινόταν ότι κάπως καμπούριαζε. Γι’ αυτό και τον αποκαλούσαν Καμπούρη. Και μ’ αυτό το όνομα τον γνώριζαν οι άλλοι μεταφορείς όπλων από την περιοχή Τσαρσιαμπά. Αργότερα στις διηγήσεις τους οι μεταφορείς των άλλων χωριών, ίσως επειδή δεν ήξεραν το πραγματικό του επώνυμο, τον αποκαλούσαν πάντοτε Καμπούρη. Και είχαν να μολογούν πολλά και σπουδαία κατορθώματα του Κώτσιου Λαμπρόπουλου.

Στο χωριό μας ο Κώτσιος είχε περιβληθεί με το φωτοστέφανο του ήρωα όσο ζούσε. Όλοι τον επαινούσαν και τον καλοτύχιζαν για όσα έκανε σ’ αυτά τα ταξίδια κουβαλώντας όπλα και πυρομαχικά από τα Τρίκαλα. Οι δυο άλλοι συγχωριανοί του μεταφορείς, ο γιος του Μαρκονάτσιου Γιάννης και ο Ευάγγελος Τσέπουρας (Καραμπέρης) διηγούνταν για τον Κώτσιο απίστευτα κατορθώματα. Ιδιαίτερα όταν περνούσαν τον Αλιάκμονα κατεβασμένο. Ο συγγραφέας αυτού του άρθρου είχε τη μεγάλη ευτυχία και χαρά να ακούσει τα κατορθώματα του Κώτσιου στη δεκαετία του 60, όντας φοιτητής, από τον γιο του Μαρκονάτσιου Γιάννη Μαρκόπουλο (Μαρκομπέη), που πέθανε στα 1967. Ακόμη άκουσε πολλές διηγήσεις και από το Νικόλαο Καραλίγκα, εγγονό του Νικολάου Μαρκόπουλου, που αναφέρθηκε παραπάνω, ότι ήταν μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα. Ο εγγονός Νικόλαος Καραλίγκας (1904-1991) μιλούσε με πολύ θαυμασμό για τον Κώτσιο, γιατί ο ίδιος τον είχε προλάβει μικρός τότε, αλλά και γιατί είχε ακούσει πολλά από τον παππού του και τον πατέρα του. Και τελευταία ο συγγραφέας άκουσε να του διηγείται η κόρη του Κώτσιου Πανάγιω πολλά και απίστευτα κατορθώματα του πατέρα της, που αγγίζουν τη σφαίρα του μύθου. Ακόμη και σήμερα τα εγγόνια του Κώτσιου διηγούνται πολλά και καμαρώνουν δικαιολογημένα για τον ήρωα παππού τους. Ιδιαίτερα τα εγγόνια του Ζήσης Λαμπρόπουλος, Αικατερίνη Λιόγα, που πήρε το όνομα της γιαγιάς της, και Νίτσα Λαμπροπούλου διηγούνται σήμερα με πολύ υπερηφάνεια όσα άκουσαν από την ίδια τη γιαγιά τους και τη μάνα τους.

Ο Κώτσιος Λαμπρόπουλος, λοιπόν, όπως διηγούνταν οι συγχωριανοί του είχε ηγετικά προσόντα. Μιλούσε θαρρετά στις συνελεύσεις των κατοίκων του χωριού, η γνώμη του ήταν σεβαστή και τα λόγια του είχανε μπέσα. Ήταν νοικοκύρης στο σπίτι του και στη μεγάλη οικογένεια των Λαμπροπουλαίων θεωρούνταν αρχηγός. Οι κάτοικοι του χωριού έτρεφαν ευγενικά αισθήματα απέναντί του και τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα. Στις κοινές αποφάσεις των συγχωριανών του έδινε από τους πρώτους το παράδειγμα και στις κοινοτικές εργασίες συμμετείχε με προθυμία και αυταπάρνηση.

Σα μεταφορέας όπλων και πολεμοφοδίων με τους άλλους μεταφορείς των χωριών του Τσαρσιαμπά άφησε εποχή. Ήταν σοβαρός και όλοι τον θεωρούσαν αρχηγό. Η προσωπικότητά του ενέπνεε σεβασμό και ο λόγος του απέπνεε εμπιστοσύνη και σοβαρότητα. Οι κινήσεις του στο δρομολόγιο ήταν μετρημένες και πάντοτε σωστές. Είχε μια ψαριά φοράδα, που τραβούσε πάντα μπροστά. Δεν άφηνε άλλο ζώο να προπορευτεί. Φορτωμένη με το βαρύ φορτίο των όπλων και πολλές φορές και τον Κώτσιο στο σαμάρι της τραβούσε μπροστά και ήταν το γκεσέμι της ομάδας. Ήταν έξυπνο ζώο και υπάκουε τυφλά στις οδηγίες του αφεντικού της. Στη φωνή και το σφύριγμα του Κώτσιου, κατέβαζε τα αυτιά της και παρακολουθούσε τις οδηγίες που έπαιρνε από το αφεντικό της. Από πίσω της ακολουθούσαν όλα τα άλλα ζώα. Στα στενά δρομάκια και τα απόκρημνα μονοπάτια η φοράδα του Κώτσιου ήταν ασυναγώνιστη. Ιδιαίτερα όταν περνούσαν τον Αλιάκμονα κατεβασμένο με φουρτουνιασμένα νερά. Πρώτος ο Κώτσιος καβάλα στη φοράδα του έμπαινε στο αφρισμένο ποτάμι και από πίσω του ακολουθούσε όλη η ομάδα. Κολυμπώντας λοξά κατά τη φορά των ορμητικών νερών έβγαινε απέναντι στο μοναστήρι της Λαριούς, όπου τους περίμεναν οι μοναχοί για να τους περιποιηθούν.

Πολλές φορές, όταν έφταναν ειδήσεις ότι τουρκικά αποσπάσματα τους περίμεναν στην Κάλλιανη, ή κάπου αλλού η ομάδα της Αγίας Παρασκευής., Ροδιανής και Λευκοπηγής με επικεφαλής τον Κώτσιο τραβούσαν προς το Ζυγόστι μέσα από το Χτένι και περίμεναν να νυχτώσει και μετά κατέβαιναν στα χωριά τους.

Ο Κώτσιος Λαμπρόπουλος πέθανε ξαφνικά, πιθανόν από ανακοπή της καρδιάς του, στα 1914 σε ηλικία 44 ετών αφήνοντας χήρα τη γυναίκα του Αικατερίνη και τέσσερα ορφανά παιδιά, δυο αγόρια και δυο κορίτσια. Οι δικοί του και οι συγγενείς του ποτέ δεν μπόρεσαν να μάθουν την αιτία του θανάτου του. Οι θυγατέρες του έλεγαν ότι πέθανε από τις κακουχίες των ταξιδιών και τα κρυοπαγήματα.

Ο Ευάγγελος Τσέπουρας (Καραμπέρης)

Δεύτερος μεταφορέας όπλων στο χωριό μας ήταν ο Ευάγγελος Μάρκου Τσέπουρας, που, εξαιτίας του μελαχρινού του προσώπου, τον αποκαλούσαν Καραμπέρη. Με το παρανόμι αυτό σήμερα όλοι οι απόγονοί του είναι γραμμένοι στα Δημοτολόγια της Αγίας Παρασκευής, που είναι Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αιανής. Ο Παπαντώνης στο Δημοτολόγιό του τον καταγράφει ως Ευάγγελο Μάρκου, γιατί ο πατέρας του ονομαζόταν Μάρκος. Καταγόταν από τον Κρόκο (Γκόμπλιτσα) και είχε έρθει στην Αγία Παρασκευή γαμπρός στη θυγατέρα του Μαρκονάτσιου Στεργιανή. Απέκτησε πέντε παιδιά τη Μαρία, την Ιωάννα, τη Βάια, την Αθανασία και το Ζήση. Ξενιτεύτηκε και αυτός, όπως και πολλοί άλλοι συγχωριανοί του, στη δεκαετία του 20 στην Αμερική, από όπου είναι και η φωτογραφία του.

Στον αγώνα για τη Μακεδονία ο Ευάγγελος Τσέπουρας ήταν από τα βασικά στελέχη του χωριού μαζί με τον Κώτσιο Λαμπρόπουλο. Ήταν γενναίο και ατρόμητο παλικάρι. Δεν υπολόγιζε κόπους και ξενύχτια. Λέγεται ότι, όταν ο Παπαντώνης ήθελε να στείλει κάποιο μήνυμα στην Επιτροπή του Αγώνα στην Κοζάνη, τον Ευάγγελο Τσέπουρα αγγάρευε. Τα σπίτια τους ήταν κολλητά στο μεσοχώρι και μπορούσαν χωρίς να τους αντιληφθεί κάποιος να επικοινωνούν οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και της νύχτας. Εκείνος με πολλή προθυμία εγκατέλειπε την οικογένεια και τις προσωπικές του εργασίες και έτρεχε, όπου τον καλούσε η Πατρίδα. Το δρομολόγιο προς την Κοζάνη γινόταν πάντα μέσω της Σπούρτας (Καρυδίτσας) και της Γκόμπλιτσας (Κρόκου), που ήταν ο τόπος καταγωγής του. Κάποτε, λέγεται, ότι τον συνέλαβαν Τούρκοι τζανταρμάδες (χωροφύλακες) στο δρόμο μεταξύ Σπούρτας και Γκόμπλιτσας. Τότε δικαιολογήθηκε ότι δεν πήγαινε στην Κοζάνη, αλλά στους γονείς του στη Γκόμπλιτσα. Και αυτό γινόταν για να μη τον υποψιάζονται οι Τούρκοι του Ακ Μπουνάρ (Ίσβορου), απ’ όπου επικοινωνούσε το χωριό με την Κοζάνη. Προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες μεταφέροντας μηνύματα του Παπαντώνη στην Επιτροπή και παίρνοντας μέρος στη μεταφορά όπλων και πολεμοφόδιων με τους άλλους Μακεδονομάχους του χωριού του και των χωριών της περιοχής Τσαρσιαμπά.

Πέθανε στα 1934, όταν ο γιος του Ζήσης υπηρετούσε στρατιώτης, κατά τη μαρτυρία του εγγονού του Βαγγέλη, που ζει σήμερα στο χωριό και υπερηφανεύεται και αυτός δικαιολογημένα για τον ήρωα και λεβέντη παππού του.

Τρίτος μεταφορέας όπλων και πολεμοφοδίων του χωριού ήταν ο Ιωάννης Αθανασίου Μαρκόπουλος, που στο χωριό τον αποκαλούσαν Μαρκομπέη. Ήταν γιος του Μαρκονάτσιου, όπως λέχτηκε παραπάνω, και είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με τον πατέρα του. Ήταν εκρηκτικός, ενθουσιώδης, αποφασιστικός και πολύ νευρικός. Γεννήθηκε στα 1881 και όταν άρχισε η δραστηριότητα της μεταφοράς των όπλων γύρω στα 1903 ήταν 22 ετών. Παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο την Περιστέρα Βλάχου από το Χτένι και απέκτησε τρία παιδιά. Μετά το θάνατο της γυναίκας του παντρεύτηκε την Ελένη Ράικου, που καταγόταν από οικογένεια προσφύγων από τις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης, και απέκτησε άλλα δυο παιδιά, που ζουν σήμερα στο χωριό, τον Πάσχο και την Παρασκευή.

Ο Ιωάννης Α. Μαρκόπουλος (Μαρκομπέης)

Σα μεταφορέας ακολουθούσε τους άλλους δυο συγχωριανούς του και ιδιαίτερα το γαμπρό στην αδελφή του Ευάγγελο Τσέπουρα. Η μεγάλη του προσφορά στον Αγώνα ήταν διπλή. Πρώτα για την ακαταπόνητη αντοχή του στα ταξίδια στα Τρίκαλα για τη μεταφορά των όπλων και δεύτερο γιατί τις λεπτομέρειες αυτών των ταξιδιών αυτός βασικά μας τις διέσωσε. Ήταν καλός συζητητής και άριστος αφηγητής και του άρεσε να διηγείται παλιές ιστορίες, που ό ίδιος είχε πάρει μέρος. Μιλούσε με πολύ σεβασμό για τους Μακεδονομάχους του χωριού του, αλλά και των άλλων χωριών όλου του Τσαρσιαμπά. Ιδιαίτερα για τον Παπαντώνη και τον Κώτσιο Λαμπρόπουλο. Είχε ένα μεγάλο και μόνιμο παράπονο που το έλεγε και το ξαναέλεγε στο συγγραφέα αυτού του άρθρου, ότι το Κράτος δεν πρόσεξε όσο έπρεπε τους Μακεδονομάχους. Και είχε πολύ δίκαιο!

Τελευταίος Μακεδονομάχος του χωριού ήταν ο Αντώνιος Δημητρίου Χλιαράς. Οι κάτοικοι του χωριού τον αποκαλούσαν Χλιαροτζιώνα. Καταγόταν από τη μεγάλη φάρα των Χουλιαράδων από τα Άγραφα. Η φάρα των Χουλιαράδων διασπάστηκε μετά την επανάσταση των κατοίκων των Αγράφων στα 1854 και κατά μικρότερα γένη τράβηξε προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ένα μέρος της τράβηξε προς το βορρά και μετά από πολλές περιπέτειες μέσα από τα βουνά και λαγκάδια της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας έφτασε στο χωριό μας γύρω στα 1860. Πάντα βέβαια κουβαλώντας μαζί τους και το βιος τους με τα πολλά γιδοπρόβατα.

Στο Δημοτολόγιο του Παπαντώνη αναφέρονται μόνο τα παιδιά του Χλιαροτζιώνα, ο Δημήτριος και ο Βασίλειος, που γεννήθηκαν στα 1898 ο πρώτος και στα 1901 ο δεύτερος. Ο Χλιαροτζιώνας δε ζούσε, όταν γράφτηκε το Δημοτολόγιο. Είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση από το δικαστήριο του Μοναστηρίου (Μπίτολα) για «την υποβοήθησιν ανταρτικών δυνάμεων» και, αφού κλείστηκε στις φυλακές Μοναστηρίου, εξαφανίστηκε χωρίς να μάθει κανείς τίποτε.

Ο Χλιαροτζιώνας σύμφωνα με τις διηγήσεις του γιου του Βασιλείου, που έζησε μέχρι τα 1996, ήταν βοσκός και βοσκούσε τα γιδοπρόβατά τους κατά την περίοδο του καλοκαιριού στο Μπούρινο. Από τον Απρίλιο μέχρι τέλους Οκτωβρίου βρισκόταν στο βουνό. Από τις αρχές του 1900 και μέχρι το 1908 πολλές μονάδες ανταρτών από την περιοχή των Τρικάλων της Ελεύθερης Ελλάδας περνούσαν τα σύνορα και ακολουθώντας το ρου του Αλιάκμονα, βορειοανατολικά των Γρεβενών μέσα από τα βουνά του Μπούρινου και του Σινιάτσικου κατευθύνονταν προς τα χωριά της Καστοριάς. Το δρομολόγιο αυτό ήταν περισσότερο ασφαλές και πολύ συντομότερο από τα άλλα δύο. Τα άλλα ήταν το ένα νοτιοδυτικά από τα Γρεβενά και μέσα από τα Βλαχοχώρια έφταναν στα Καστανοχώρια της Καστοριάς. Το τρίτο ήταν το πιο δύσκολο και επικίνδυνο. Γινόταν μέσα από τον Όλυμπο, τα Πιέρια και το Βέρμιο με τελικό σκοπό τα Γιαννιτσά

Οι αντάρτες, καθώς βάδιζαν μέσα στα βουνά, πλησίαζαν τους βοσκούς, όπου είχαν τα μαντριά και τις καλύβες τους, και έπαιρναν πληροφορίες για τα στέκια και τις κινήσεις των τουρκικών δυνάμεων και των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Ο Χλιαροτζιώνας με άλλους βοσκούς του Μπούρινου βοηθούσαν τους αντάρτες όχι μόνο στις κινήσεις τους και στις πληροφορίες, που ζητούσαν, αλλά και πολλές φορές τους προστάτευαν στις καλύβες τους και τους φίλευαν με τα προϊόντα τους. Γάλατα, τυριά, βούτυρα, ψωμιά. Στα 1904 τον συνέλαβαν οι Τούρκοι χωροφύλακες, ύστερα από κάποια καταγγελία, και τον οδήγησαν στο Μοναστήρι. Εκεί δικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες, κλείστηκε στις φυλακές και χωρίς να μάθει κανείς τίποτε εξαφανίστηκε.

Μετά τους νικηφόρους πολέμους του 1912 και την απελευθέρωση της Μακεδονίας ήρθαν τα δίσεκτα χρόνια της δεκαετίας 1913-1923. Πρώτα ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος που κατά τη διάρκειά του εμφανίστηκε ο επάρατος διχασμός στην πατρίδα μας. Οι Έλληνες διχάστηκαν σε βασιλικούς και βενιζελικούς και στο Μικρασιατικό πόλεμο, που ακολούθησε, χάσαμε όλα τα εδάφη στην περιοχή της Σμύρνης, που μας είχαν επιδικαστεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Ακόμη στα 1923 με τη συνθήκη της Λοζάνης υποχρεωθήκαμε να δεχτούμε ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες πρόσφυγες από τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη και τα παράλια και το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Το έπος του Μακεδονικού Αγώνα και των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων είχε ξεχαστεί και οι πρωταγωνιστές του είχαν περάσει στο περιθώριο και τη λησμονιά. Άλλα σοβαρότερα προβλήματα είχε να αντιμετωπίσει το καθημαγμένο Ελληνικό Κράτος. Παρόλα αυτά τους Μακεδονομάχους δεν ήταν δυνατό να τους είχε λησμονήσει παντελώς η μνήμη του λαού μας.

Μετά το 1924 οι ξεχασμένοι Μακεδονομάχοι κάνουν την εμφάνισή τους και διεκδικούν δυναμικά την αναγνώριση και τη δικαίωση από το Ελληνικό Δημόσιο. Οργανώνονται σε συλλόγους και επιτροπές και επιζητούν από το Κράτος συντάξεις, κτήματα και διάφορα ηθικά ανταλλάγματα. Το Κράτος αδυνατεί να δώσει οικονομικές απολαβές και αποφασίζει να δώσει στους αναγνωρισμένους Μακεδονομάχους κλήρους (κτήματα 25-30 στρεμμάτων) σε περιοχές κοντά στις γενέτειρες των αγωνιστών. Στους δικούς μας Μακεδονομάχους προτάθηκαν τότε να τους δοθούν γεωργικοί κλήροι στα σημερινά χωριά Αμυγδαλιά και Σταυρωτή, δυτικά από το Βαθύλακο, αλλά οι δικοί μας, εξαιτίας της μεγάλης απόστασης από το χωριό μας για την εποχή εκείνη, δε δέχτηκαν. Μάλιστα οι ίδιοι πρότειναν να τους δοθούν γεωργικοί κλήροι στο Πορτοράζι, το παλαιό χωριό των παππούδων τους. Πράγμα που δεν έγινε, γιατί αυτά τα κτήματα το Κράτος τα προόριζε για τους πρόσφυγες Ποντίους Θρακιώτες και Μικρασιάτες, που είχαν εγκατασταθεί ήδη στα μέρη μας. Έτσι δεν κέρδισαν τίποτε! Μόνο τη Λευτεριά τους και αυτό τους αρκούσε!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Δυτικομακεδονικά Γράμματα, τόμος 6ος Κοζάνη 1995. σελ. 117, 131, 252, 253 και 255.

2. Δυτικομακεδονικά Γράμματα τόμος 17ος Κοζάνη 2005, σελ. 105 και 135.

3. Κωφός Ευάγγελος. «Αγώνες για την Απελευθέρωση (1830-1912)» στο Μακεδονία σελ. 444-484. Εκδοτική Αθηνών 1982

4. Μυλωνάς Γεώργιος. Το Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής. Κοζάνη 2005

5. Μυλωνάς Γεώργιος. Το Δημοτολόγιο του Παπαντώνη. Κοζάνη 2006

6. Μυλωνάς Γεώργιος. Τα εξωκκλήσια του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Πνεύματος και οι μύλοι στην Αγία Παρασκευή Κοζάνης. Κοζάνη 2007

7. Πολιτιστικός Σύλλογος « Ο ΑΛΙΑΚΜΩΝ ΤΣΑΡΣΙΑΜΠΑΣ» Νο 2 Κοζάνη 1993, όπου η παλαιότερη σχετική βιβλιογραφία στις σελίδες 83-85.

Γεώργιος Δ. Μυλωνάς

Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος

Advertisements