Στην Παναγιά την Τσαμπίκα

Ο λόφος, στην κορυφή του οποίου δεσπόζει η εκκλησία της Παναγίας Τσαμπίκας

Τις τελευταίες μέρες του περασμένου Αυγούστου βρεθήκαμε η γυναίκα μου και εγώ για μια ευχάριστη οικογενειακή κοινωνική εκδήλωση σε δυο από τα μεγαλύτερα και ομορφότερα νησιά της πατρίδας μας. Στην Κρήτη και τη Ρόδο. Το νησί του Μίνωα το ξέραμε αρκετά καλά, γιατί εκεί εργάζεται ο δεύτερος γιος μας και το έχουμε επισκεφτεί αρκετές φορές. Τη Ρόδο όμως, το πανέμορφο νησί του Διαγόρα, την επισκεπτόμασταν για δεύτερη φορά. Την πρώτη φορά δεν είχαμε πολύ χρόνο και σχεδόν δεν είδαμε τίποτε. Τώρα είχαμε μπροστά μας μια βδομάδα και είχαμε πολύ χρόνο για να δούμε και να επισκεφτούμε πολλά από τα αξιοθέατα του νησιού. Φιλοξενηθήκαμε από το Γιάννη και την Ελένη, τους καλούς και φιλόξενους συμπεθέρους μας έξω από την ιστορική Λίνδο, πενήντα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά από τη Ρόδο. Μεταξύ των πολλών τουριστικών τοπίων και αξιόλογων μνημείων που επισκεφτήκαμε ήταν και το μοναστήρι της Παναγιάς της Τσαμπίκας.

Είχαμε ακούσει πολλά για την Παναγιά την Τσαμπίκα. Για τα θαύματά της και τη μεγάλη χάρη της, ιδιαίτερα για τις γυναίκες που δεν αποκτούν παιδιά. Οι συμπέθεροι μάς διηγήθηκαν ότι την είδαν με τα μάτια τους, σα γριά Ροδίτισσα, και μίλησαν μαζί της. Δεν αποκτούσαν παιδί για μια ολόκληρη δεκαετία μετά από το γάμο τους. Στο τέλος κατέφυγαν στην Παναγιά την Τσαμπίκα να τους βοηθήσει. Σε μια από τις πολλές επισκέψεις τους στο μοναστήρι της και μετά από πολλή προσευχή στην εικόνα της κατεβαίνοντας από την οξυκόρυφη κορυφή της μικρής εκκλησίας, τη συνάντησαν στο πλάτωμα, σα γριά, και συζητώντας μαζί της τους είπε ότι θα κάνουν παιδί και ξαφνικά τη χάσανε από τα μάτια τους.

Σε δυο μήνες η Ελένη «συνέλαβε» και τον επόμενο χρόνο γέννησε ένα πανέμορφο ξανθό κοριτσάκι, που το έδωσαν δυο ονόματα. Τσαμπίκα και Αργυρώ. Αυτή η Τσαμπίκα αυτές τις μέρες δέθηκε με τα ιερά δεσμά του γάμου με το γιο μας! Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη συγκίνηση που νιώσαμε στο νησί της Καλλιπάτειρας.

Η δεύτερη ήταν εξίσου μεγάλη, ιδιαίτερα για μένα. Ανεβαίνοντας τα τριακόσια πλατύσκαλα σκαλοπάτια ως την κορυφή της εκκλησίας της Παναγίας της Τσαμπίκας, είχαμε κουραστεί αρκετά και, αφού ανάψαμε το κερί μας και προσκυνήσαμε την εικόνα της Παναγίας, καθίσαμε με το Γιάννη σ’ ένα βράχο να απολαύσουμε το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου και τα γύρω χωριά του νησιού που βρίσκονταν μπροστά μας και κάτω από τα πόδια μας. Ο ήλιος εκείνη την ώρα πήγαινε να βασιλέψει στα δυτικά και ήταν χάρμα να το βλέπεις το ηλιοβασίλεμα. Η θάλασσα στα ανατολικά ήταν λάδι. Να την πιεις στο ποτήρι!

Ο Γιάννης άρχισε να μου αραδιάζει τα χωριά που είχαμε μπροστά μας. Αρχάγγελος, Μαλώνα, Αγία Αγαθή, Μασσάρη, Χαράκι, Κολίμπια, Αφάντου…

Ξαφνικά με βλέπει να είμαι αναστατωμένος, ακούγοντας τα ονόματα των χωριών. Ποιος είναι ο Αρχάγγελος, του λέω, και μου δείχνει το χωριό, που είναι δίπλα στη θάλασσα. Ακριβώς κάτω από τα πόδια μας. Το μυαλό μου αμέσως γύρισε σαράντα τρία χρόνια πίσω!

Ήταν παραμονές Χριστουγέννων του 1967. Οι «εθνοσωτήρες» τότε πήραν την ολέθρια απόφαση να αποσύρουν από την Κύπρο την ελληνική μεραρχία, που είχε σταλεί από το Γέρο της Δημοκρατίας στα 1964 για να υπερασπίσει το νησί από τους Τούρκους. Μας φόρτωσαν, ένα ολόκληρο τάγμα, αξιωματικούς και στρατιώτες με όλο τον οπλισμό και τα αυτοκίνητα, σ’ ένα οχηματαγωγό καράβι του Ελληνικού Ναυτικού στο λιμάνι της Αμμοχώστου στις 19 Δεκεμβρίου και, με σκυμμένα τα κεφάλια, ανοιχτήκαμε στη Μεσόγειο με προορισμό, όπως μας έλεγαν, να αποβιβαστούμε μετά από τρεις μέρες στο Βόλο.

Την πρώτη μέρα περιπλέοντας το νησί της Αφροδίτης από τα νότια όλα πήγαιναν καλά. Ο καιρός ήταν κατάλληλος για ταξίδι. Η θάλασσα ήταν σχετικά καλή, παρότι ήταν Δεκέμβριος μήνας. Τη δεύτερη μέρα όμως ο καιρός αγρίεψε και τα μποφόρ μεγάλωσαν. Το καράβι μας άρχισε να παλεύει με τα κύματα και αντί να βαδίζει προς την πατρίδα μας, πήγαινε προς το Λίβανο. Τα καράβια αυτά δεν έχουν καρίνα και δεν μπορούν να ταξιδέψουν στα μεγάλα μποφόρ. Επί τρεις μέρες παλεύαμε με τα κύματα και τα χαράματα της 23ης Δεκεμβρίου πιάσαμε ένα απάνεμο λιμανάκι στα ανατολικά της Ρόδου, όπου σταματήσαμε στα ανοιχτά ολόκληρη μέρα, ώσπου να κοπάσουν οι άνεμοι.

Οι αξιωματικοί ρωτήσαμε τον καπετάνιο πού βρισκόμαστε και η απάντησή του ήταν ότι ευτυχώς βρισκόμαστε σε ελληνικό λιμάνι, έξω από ένα χωριό της Ρόδου, τον Αρχάγγελο. Ζητήσαμε να βγούμε για λίγο στο χωριό με κάποια βάρκα, αλλά οι διαταγές ήταν αυστηρές. Κάποιος μόνιμος αξιωματικός μας είπε ότι απαγορεύεται κάθε κίνηση, καθώς δέκα μέρες νωρίτερα είχε γίνει το κίνημα του βασιλιά και τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά. Ξαφνικά μας ειδοποιούν ότι δεν θα αποβιβαστούμε στο Βόλο, αλλά στη Θεσσαλονίκη. Ψύλλοι άρχισαν να μπαίνουν στα αυτιά μας. Οι μόνιμοι αξιωματικοί αλληλοκοιτάζονται και εμείς οι έφεδροι τους βλέπουμε με πολύ σκεπτικισμό.

Όλη την ημέρα την περάσαμε στα ανοιχτά του Αρχάγγελου. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος, η θάλασσα φουρτουνιασμένη και η ομίχλη και το πούσι της περιοχής σκεπάζουν τα γύρω βουναλάκια. Κάπου-κάπου καθαρίζει ο ορίζοντας και αντικρίζουμε μπροστά μας ψηλά σ’ ένα κάθετο βουναλάκι ένα μικρό εκκλησάκι. Βλέποντας το εκκλησάκι κάνουμε το σταυρό μας, που σωθήκαμε από τη μανιασμένη θάλασσα και προσευχόμαστε στον Προφήτη Ηλία, νομίζοντας ότι το εκκλησάκι ήταν στο όνομά του. Το εκκλησάκι όμως ανήκε στην Παναγία την Τσαμπίκα. Και αυτή μας οδήγησε κάτω από τη σκέπη της στα ανοιχτά του Αρχάγγελου.

Τη νύχτα προς την 24η Δεκεμβρίου οι άνεμοι κόπασαν και το καράβι ξεκίνησε για τη Θεσσαλονίκη. Όταν ξημέρωσε η θάλασσα ήταν λάδι. Ο χειμωνιάτικος ήλιος χρύσωνε τα γαλανά νερά των νησιών μας και το ταξίδι ανάμεσά τους ήταν θαυμάσιο. Από τα μεγάφωνα του καραβιού ακούγαμε ποια νησιά περνούμε και η χαρά όλων μας ήταν μεγάλη, παρόλου που δεν ξέραμε τι κατάσταση θα συναντούσαμε στη Θεσσαλονίκη.

Το βράδυ με το ηλιοβασίλεμα φθάσαμε στη νύφη του Θερμαϊκού, όπου αποβιβαστήκαμε εκεί που βρίσκεται σήμερα το Μέγαρο Μουσικής. Από εκεί μας οδήγησαν στη Νέα Σάντα Κιλκίς, όπου γύρω στα μεσάνυχτα αξιωματικοί και στρατιώτες κοιμηθήκαμε σε κάποια ΣΟΑ και στρατώνες, όπως τα είχε ετοιμάσει η 6η Μεραρχία του Κιλκίς.

Σήμερα σαράντα τρία χρόνια μετά τα σκέφτομαι όλα αυτά και μαζί με τη χαρά που νιώσαμε για το ευχάριστο γεγονός του παιδιού μας και ένας κρύος ιδρώτας με περιλούζει για το ταξίδι εκείνο από τη μαρτυρική Κύπρο στη μητέρα Ελλάδα.

Γεώργιος Δ. Μυλωνάς

Advertisements