Η Μουριά του Σχολείου

Στην αυλή του παλιού Σχολείου του χωριού μου στην Αγία Παρασκευή Κοζάνης, που είχε κτιστεί γύρω στα 1900 στα χρόνια της τουρκοκρατίας, εκεί που σήμερα βρίσκεται το ωραίο Κοινοτικό Κατάστημα, ήτανε μια γέρικη μουριά με κάτι πλατειά φύλλα, που μοιάζανε με μαρουλόφυλλα. Κανείς δεν ήξερε πότε και από ποιον είχε φυτευτεί. Ίσως είχε φυτευτεί από τους κατοίκους του χωριού συγχρόνως με το κτίσιμο του Σχολείου. Ήτανε ένα ωραίο πολύκλαδο δέντρο, ψηλό και φουντωτό και με πολύ καλή σκιά. Έμοιαζε με τις μουριές του κτήματος του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, που βρισκόταν κάτω στο ρέμα με το μεγάλο μύλο. Κάθε Μάιο και Ιούνιο τα παιδιά του Σχολείου στα διαλείμματα μαζευόμασταν κάτω από τη σκιά της για να προφυλαχτούμε από τις καυτερές αχτίνες του ήλιου. Αλλά πιο πολύ μαζευόμασταν, όταν ωρίμαζαν τα μούρα, και ανεβαίναμε και τα τρυγούσαμε. Και έτσι συμπληρώναμε το φτωχό πρωινό μας.

Η μουριά επέζησε μέχρι τον Ιούνιο του 1951. Είχε γεράσει. Ο κορμός και τα χοντρά κλαδιά της ήτανε γεμάτα από φαγώματα και κόμπους από τα πολλά κλαδέματα. Ο κορμός της ήτανε χοντροκαμωμένος και από τη νότια πλευρά της είχε φαγωθεί από την πολυκαιρία και είχε δημιουργηθεί μια κουφάλα, που χωρούσε να κρυφτεί ένας ολόκληρος άντρας. Παρόλα αυτά ήτανε ακμαία και τα κλαδιά της κρατούσαν όλη τη φρεσκάδα τους. Τα ξανθά μούρα της ήτανε πεντανόστιμα και τα περισσότερα δεν πρόφταιναν να ωριμάσουν. Τα μεγάλα παιδιά της πέμπτης και έκτης τάξης κάθε Ιούνιο είχαν μεγάλο πανηγύρι με τη μουριά. Ανέβαιναν σε κάθε διάλειμμα και καμιά φορά, όταν έλειπε ο δάσκαλος, με τις ώρες κρέμονταν από τα πλούσια κλαδιά της.

Η μουριά πράγματι είχε γεράσει, αλλά μαζί της είχε γεράσει και το Σχολείο. Έτσι οι πατεράδες μας, αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο, πήραν την απόφαση να το κατεδαφίσουν και στη θέση του να κτίσουν ένα καινούργιο. Τα παιδιά, που ήμασταν πολλά, περίπου εκατό, στεγαστήκαμε προσωρινά και για μια διετία στο υπερώο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, που ήταν παραδίπλα από το Σχολείο στην πλατεία του χωριού.

Ο δάσκαλος ήταν μοναχός του. Ο χώρος του υπερώου της εκκλησίας ήτανε μικρός και τα εκατό παιδιά δεν ήταν δυνατό να χωρέσουν. Έτσι ο δάσκαλος το πρωί από τις οχτώ η ώρα μάζευε τα παιδιά της πρώτης και δεύτερης τάξης, τα έκανε μάθημα μέχρι τις δέκα και μετά τα απολούσε. Από τις δέκα μέχρι τις μία περίπου μάζευε τα παιδιά των άλλων τάξεων και αγωνιζόταν να τα μάθει κάποια γράμματα. Το απόγευμα μετά τις τρεις τα ξαναμάζευε. Μια ώρα αφιέρωνε για τα μικρά και δυο για τις άλλες τάξεις. Ήταν πραγματικά ήρωας εκείνος ο δάσκαλος! Αξίζει τώρα να του κάνουμε ένα μικρό μνημόσυνο. Ήταν ο Ιωάννης Ν. Παπαϊωάννου από το Παλαιογράτσιανο των Πιερίων πάνω από το Βελβενδό.

Οι προετοιμασίες για την ανέγερση του νέου Σχολείου είχαν αρχίσει από την αρχή του σχολικού έτους. Η αυλή του Σχολείου ήταν γεμάτη από μπάζα, ξύλα και πέτρες. Δίπλα στην γερασμένη μουριά οι μάστοροι άνοιξαν έναν τετράγωνο λάκκο δύο επί δύο μέτρων περίπου και ενός μέτρου βάθους και έσβησαν πολλές οκάδες ασβέστη για να χτίσουν το καινούργιο Σχολείο. Το σβήσιμο της ασβέστης κράτησε πολλές ώρες. Η λάβρα και η φωτιά που έβγαζε η ασβέστη χτύπησε το γερασμένο κορμό της μουριάς και τον έκανε ετοιμόρροπο. Η μουριά όμως κρατούσε και δεν έλεγε να παραδώσει την ψυχή της! Λες και ήθελε να αποδείξει ότι ήταν εφτάψυχη. Και όταν ήρθε η άνοιξη, φούντωσε, όπως κάθε χρόνο, και τα κλαδιά της κάρπισαν εκείνη τη χρονιά περισσότερο απ’ όλες τις προηγούμενες.

Τα μεγάλα παιδιά, τις πρωινές ώρες μέχρι τις δέκα, που έκαναν μάθημα τα μικράκια, βοσκούσαμε τα αρνάκια μας ή τα γελάδια μας στα κοντινά μπαΐρια και γύρω στις δέκα τα φέρναμε στο σπίτι και μετά πηγαίναμε στο σχολείο. Μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι για να μπούμε για μάθημα, περιφερόμασταν στην αυλή του Σχολείου μέσα στα μπάζα. Μερικά παρακολουθούσαμε τους μαστόρους και τους εργάτες, που έκτιζαν το νέο Σχολείο, ενώ τα περισσότερα διαβάζαμε περιπατητικώς τα μαθήματα της ημέρας ή τα διηγούμασταν ο ένας στον άλλο.

Μια μέρα, λοιπόν, στα μέσα Ιουνίου του 1951, λίγο πριν γίνουν «οι εξετάσεις» του Σχολείου, ήταν μοιραίο η γερασμένη μουριά να καταρρεύσει. Όχι βέβαια όπως θα περίμενε κάποιος βιολόγος. Να έπεφτε, δηλαδή λόγω της ηλικίας της, επειδή πραγματικά είχε «εξεμετρήσει τον βίον της», αλλά από ένα αναπάντεχο γεγονός που συγκλόνισε όχι μόνο τη μικρή κοινωνία του χωριού μας, αλλά και την κοινωνία των γύρω χωριών. Λίγο έλειψε να είχαμε και θύματα! Και μάλιστα μικρά παιδιά! Μαθητές του Δημοτικού Σχολείου!

Την ημέρα εκείνη η ώρα ήταν λίγο πριν από τις δέκα το πρωί. Σε λίγο θα χτυπούσε το κουδούνι για να σχολάσουν τα μικρά παιδιά και να αρχίσουν τα μεγαλύτερα τα μαθήματά τους. Η αυλή του Σχολείου μέσα στα μπάζα ήταν γεμάτη από παιδιά. Άλλα διαβάζαμε τα μαθήματά μας, άλλα παίζαμε τρέχοντας και άλλα παρακολουθούσαμε τους μαστόρους. Κάποια από τα μεγάλα παιδιά την ώρα εκείνη παίρνουν την απόφαση να ανεβούν στη μουριά για να μαζέψουν μούρα. Δεν είναι μόνο αγόρια, αλλά είναι και κάποια από τα μεγάλα κορίτσια. Στις πιο ψηλές κορυφές της μουριάς σκαρφαλώνουν ο Λάμπρος, ο Ζήσης, ο Βαγγέλης, ο Μήκας, ο Γιάννης, ο άλλος Βαγγέλης και ο άλλος Ζήσης, που ο δάσκαλος τον έλεγε Άγιο Φανούριο. Στα χαμηλότερα εμείς οι μικρότεροι μαθητές της τρίτης και τέταρτης τάξης. Ο Γιώργος, ο Μάρκος και ο άλλος Γιώργος, που αργότερα έγινε δάσκαλος. Στα πιο χαμηλά σκαρφαλώνουν τα μεγάλα κορίτσια, η Γιάννω, η Δημητρούλα, η Μαρία, η Φώτω και η Αγνούλα.

Τα αγόρια μαζεύουν και τρώνε συγχρόνως. Γεμίζουν τα κόρφια τους. Ανοίγουν τα πουκάμισά τους και βάζουν τα μούρα μέσα στις μάλλινες φανελίτσες τους. Τα χρειάζονται για να δώσουν και στα άλλα παιδιά που περιμένουν από κάτω. Το μάζεμα γίνεται γρήγορα, γιατί ο χρόνος είναι λίγος. Σε λίγο θα χτυπήσει το κουδούνι. Ο δάσκαλος στο διάλειμμα περιφέρεται ανάμεσα στα παιδιά και δεν επιτρέπει αταξίες, ούτε να ανεβεί κανείς στη μουριά και στα άλλα δέντρα της αυλής.

Τελευταίος έρχεται για να ανεβεί στη μουριά ο Αργύρης, που τον φωνάζαμε Γκίρη. Μόλις έχει σκαρφαλώσει. Είναι τολμηρό και θαρραλέο παιδί και σα γάτος ανεβαίνει στη μουριά. Πραγματικός αίλουρος! Ανεβαίνει στην πρώτη διχάλα της μουριάς και προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό κλωνάρι, όπου είναι τα καλύτερα μούρα. Δεν πρόλαβε όμως!

Ο Αργύρης με το Μήτσο και το Θωμά, τα δυο ξαδέρφια του

Όσο χρόνο βρισκόμασταν όλα τα παιδιά πάνω στη μουριά χωρίς τον Αργύρη, τα πράγματα πήγαιναν καλά. Το κέντρο βάρους της μουριάς ήταν ισορροπημένο και κανένας φόβος δεν υπήρχε να γείρει προς τη μια ή προς την άλλη πλευρά. Ξαφνικά μόλις ο Αργύρης έφτασε στη μέση της μουριάς και κατευθύνονταν στο μεγάλο κλωνάρι που έγερνε προς το νότο, ήρθε το μεγάλο κακό! Το κέντρο βάρους του γερασμένου δέντρου έγειρε προς το νότο. Προς τα εκεί που κατευθύνονταν ο Αργύρης. Ο γερασμένος από τα χρόνια κορμός με την κουφάλα του, αλλά και καμένος από τη σβησμένη ασβέστη δεν άντεξε! Και έγειρε σιγά-σιγά. Χωρίς να καταλάβουμε σε λίγα δευτερόλεπτα βρεθήκαμε όλοι κάτω. Ο ένας πάνω στον άλλο μέσα στα κλωνάρια και τα φυλλώματα της μουριάς. Κάποιοι πέσαμε μέσα στο λάκκο της ασβέστης.

Το πελώριο δέντρο μας σκέπασε όλους, ενώ ο καθένας μας προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Κοιτάζαμε μήπως είχαμε χτυπήσει και προσπαθούσαμε να ξεδιπλωθούμε από τα κλαδιά της μουριάς. Ένας-ένας κατάχλωμοι βγαίνουμε από τα πλατύφυλλα κλωνάρια. Όλοι είμαστε χτυπημένοι και κάποιοι και ασβεστωμένοι. Άλλος λίγο, άλλος πολύ. Κάποιες γρατσουνιές στα χέρια και σε άλλα μέρη του σώματός μας. Συνηθισμένα πράγματα αυτά για μας τα παιδιά του χωριού, που ζούσαμε μέσα στα χωράφια και τα λακκώματα με τα ζώα και τα γεωργικά εργαλεία.

Κάποια κορίτσια άρχισαν να κλαίνε. Τα αγόρια, ιδιαίτερα τα μικρότερα, αρχίσαμε να κρυφοκλαίμε, αλλά μπροστά στα κορίτσια κρατιόμασταν για να μη φαινόμαστε. Τα μεγάλα αγόρια βγαίνουν γρήγορα από τα φυλλώματα της μουριάς και το βάζουν στα πόδια για να κρυφτούν! Όλα τρέχουν προς το σπίτι του παππού Γιώργου Γκατζιούφα, που είναι δίπλα. Ξέρουν τι τα περιμένει. Ο δάσκαλος δεν αστειεύεται σε τέτοιες αταξίες και παλαβομάρες των παιδιών. Έχει κάτι κρανίσιες βέργες, που πολλές φορές σπάζουν από τα χτυπήματα στις παλάμες των παιδιών.

Όλα τα άλλα παιδιά, που ήταν από κάτω και περίμεναν να πάρουν το μερίδιό τους, αρχίζουν να τσιρίζουν. Άλλα κλαίνε και άλλα γελούν. Οι μάστοροι, που είναι δίπλα κατεβαίνουν από τις σκαλωσιές και τρέχουν να βοηθήσουν τα παιδιά. Αρπάζουν τα μικρότερα παιδιά και τα βοηθούν να συνέλθουν από το βαρύ πέσιμο. Και ενώ όλοι είχαμε σηκωθεί και ψαχουλεύαμε τα μέλη του σώματός μας για τυχόν χτυπήματα, μια φωνή μέσα από την ασβεσταριά μάς έκοψε την ανάσα. Ήταν η φωνή του Γκίρη! Ο Αργύρης καταπλακώθηκε από το μεγαλύτερο κορμό της μουριάς και ήταν βαριά χτυπημένος στη μέση του. Δεν πρόφτασε να ανεβεί στα ψηλότερα κλωνάρια και πέφτοντας το γερασμένο δέντρο τον πλάκωσε και τον χτύπησε. Δεν μπορούσε να σηκωθεί, ούτε καλά-καλά να βγάλει φωνή. Τα είχε χαμένα! Μόνο κάποιους αναστεναγμούς έβγαζε και τα μάτια του είχαν αρχίσει να δακρύζουν. Ήταν όμως σκληρό παιδί και τα κατάπινε όλα.

Μόλις τα μικρότερα παιδιά αντιλήφθηκαν την κατάσταση του Αργύρη άρχισαν να φωνάζουν δυνατά. Να τσιρίζουν, να κλαίνε, να ζητούν βοήθεια από τους μαστόρους. Τα ξαδέρφια του Αργύρη έτρεξαν στο σπίτι του για να ειδοποιήσουν τη μάνα του και τους δικούς του. Να τον τρέξουν, να τον βοηθήσουν. Να τον πάνε στην Κοζάνη στο νοσοκομείο, αν χρειαζόταν!

Οι μάστοροι γρήγορα τον βγάζουν από την ασβεσταριά και τον ξαπλώνουν κατάχαμα. Δεν ξέρουν τι να τον κάνουν. Το βλέμμα του Αργύρη είναι απλανές και από μέσα του βγαίνουν κάποια οχ, οχ, η μέση μου! Όλα τα παιδιά φοβισμένα μαζευτήκαμε γύρω του και περιμέναμε να δούμε τι θα τον έκαναν! Στις φωνές των παιδιών άρχισαν να καταφτάνουν γυναίκες από τα διπλανά σπίτια. Η πρώτη που έφτασε ήταν η κυρά Γληγόραιρα από το διπλανό σπίτι. Ήταν θεία του Αργύρη και ήξερε από γιατρέματα και ξεμετρήματα. Αμέσως τον πήρε  στην αγκαλιά του ο αρχιμάστορας, ένας άντρακλας από την Πυρσόγιαννη της Ηπείρου, και τον πήγε στο σπίτι της θείας του. Λίγο μετά έφτασε και η μάνα του Αργύρη, η κυρά Γούλαινα με κομμένη την ανάσα της!

Τον περιποιήθηκαν με πρακτικά μέσα, που ήξεραν πολύ καλά οι γυναίκες. Στην αρχή τον έτριψαν με τσίπουρο τη μέση και με πολλή προσοχή τον μετέφεραν στο σπίτι του και τον ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Αμέσως άρχισαν τα πρακτικά γιατρέματα. Φώναξαν και την Τσάντα που ήταν πρακτική γιάτρισσα του χωριού και εκείνη τους έδωσε τα «φώτα» της για παρόμοιες περιπτώσεις. Τις επόμενες μέρες όλου του καλοκαιριού τον πέτρωσαν με ψιλοκομμένα κρεμμύδια, με λιναρόσπορο, με άπλυτο πρόβειο μαλλί και με χίλια άλλα μαντζούνια. Τις μέρες μέχρι τις «εξετάσεις», που ήταν λίγες, ο Αργύρης δεν πήγε στο Σχολείο. Κάθε μέρα τα μεγάλα παιδιά και εμείς οι μικρότεροι πηγαίναμε στο σπίτι του και τον επισκεπτόμασταν. Του δίναμε κουράγιο και του ευχόμασταν περαστικά. Και πραγματικά ο Αργύρης έγινε καλά! Όπως πρώτα, σωστός βράχος! Θηρίο ανήμερο!

Το καλοκαίρι εκείνο ο Αργύρης το πέρασε ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Την επόμενη χρονιά δεν ήρθε στο Σχολείο, γιατί ήταν αρκετά μεγάλος. Ακολούθησε τους γονείς του στις γεωργικές εργασίες και τις κτηνοτροφικές ασχολίες. Ένα χρόνο μετά ο Αργύρης πήγε στη σχολή των μαστόρων, που είχε έδρα τα Σέρβια, και έγινε ένας από τους καλύτερους μαστόρους του χωριού. Έκτισε πολλά σπίτια στο χωριό και στα γειτονικά χωριά και έγινε καλός νοικοκύρης. Είχε και την καλή τύχη να παντρευτεί μια κοπέλα, που μαζί του ήταν πάνω στη μοιραία μουριά. Ήταν η Μαρία με την οποία απέκτησαν τρία χαριτωμένα παιδιά.

Σήμερα ο Αργύρης ζει, αλλά ζει στην κοινωνία των αγγέλων! Πριν από δώδεκα χρόνια τον χτύπησε «η επάρατος νόσος». Μόνο αυτή μπορούσε να τον γκρεμίσει! Ας είναι καλά εκεί που είναι και τούτα τα λόγια ας είναι ένα μικρό μνημόσυνο για τον καλλιτέχνη μάστορα, το λεβέντη τον Αργύρη!

Γεώργιος Δ. Μυλωνάς

Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος