«ΑΡΚΑΝΤΑΣ ΓΙΑΒΑΣ – ΓΙΑΒΑΣ» (ΦΙΛΕ ΣΙΓΑ – ΣΙΓΑ). ΓΚΑΖΩΜΕΝΟΣ ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ

Κωνσταντινούπολη. Παραμονή των Φώτων του 1979 στην καρδιά του χειμώνα. Το κρύο είναι τσουχτερό και τα καράβια, μικρά και μεγάλα, που κινούνται στο Βόσπορο ταλαιπωρούνται από τους δυνατούς και ανελέητους ανέμους της Μαύρης Θάλασσας. Τα κύματα, θεόρατα, φτάνουν ως την ψηλή κρεμαστή γέφυρα, που ενώνει την Ευρώπη με την Ασία. Η κίνηση πάνω στη γέφυρα είναι λιγοστή και τα αυτοκίνητα, όσα κινούνται, δεν το διακινδυνεύουν, πάνε σημειωτόν. Με τέτοιες δυνάμεις δε μπορείς να «παίζεις». Η τεράστια γέφυρα του Βοσπόρου ταλαντεύεται συνεχώς! Τα στοιχεία της φύσης δε δαμάζονται εύκολα! Αυτό είναι κάτι που εμείς οι άνθρωποι έχουμε μια τάση να το λησμονούμε.

Εκείνη την ημέρα είχα την τύχη να περάσω τη γέφυρα με τον «σκαραβαίο» μου. Είχα αποσπαστεί στα σχολεία της Κωνσταντινούπολης από τον περασμένο Σεπτέμβριο. Στις 11 Οκτωβρίου πάτησε για πρώτη φορά το πόδι μου στην Πόλη των ονείρων μας. Τακτοποιήθηκα με την οικογένειά μου στα Ταταύλα και κάθε μέρα  πήγαινα με το αυτοκίνητό μου να διδάξω στο Γυμνάσιο και Λύκειο της Μεγάλης του Γένους Σχολής, πάνω από το Πατριαρχείο.

Μέσα σ’ ένα τρίμηνο όμως έπρεπε να αλλάξω πινακίδες στο αυτοκίνητό μου για να έχω το δικαίωμα να το κυκλοφορώ στην Τουρκία. Έπρεπε μάλιστα να πάρω διπλωματικές πινακίδες, αυτές τις μπλε. Για να γίνει αυτό, ήταν υποχρεωτικό να περάσει, πρώτα απ’ όλα, ΚΤΕΟ. Το VOLKSWAGEN μου όμως έτυχε να έχει κάποιο πρόβλημα με τον αριθμό της μηχανής και στον πρώτο έλεγχο δεν κατέστη δυνατό να μου δοθούν οι μπλε πινακίδες. Με παρέπεμψαν σε δεύτερο έλεγχο, που γινόταν σε δημόσιο συνεργείο στην απέναντι ασιατική ακτή. Το τρίμηνο εξέπνεε σε λίγες μέρες και έπρεπε να τακτοποιήσω την εκκρεμότητα για να μπορεί το αυτοκίνητό μου να κυκλοφορεί στους τουρκικούς δρόμους.

Την παραμονή, λοιπόν, των Φώτων παίρνω ένα μαθητή μου της Έκτης τάξης ( η σημερινή Γ΄ Λυκείου) για διερμηνέα και ξεκινάμε μαζί για να πάμε για έλεγχο. Οι δρόμοι είναι παγωμένοι, καλυμμένοι με λίγο χιόνι. Προχωρούμε κανονικά μέχρι τη γέφυρα με φυσιολογική ταχύτητα. Η γέφυρα έχει μήκος 1510 μέτρα, 64 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της  θάλασσας, και καθώς περνούμε από πάνω της, νιώθουμε σα να βρισκόμαστε σε κούνια. Πηγαίνει πέρα δώθε και εγώ, για να περάσουμε γρηγορότερα, σπεύδω να πατήσω γκάζι! Στα μισά της γέφυρας το αυτοκίνητο γλιστράει από την τρίτη αριστερή λωρίδα, που βρισκόμαστε, στην πρώτη. Πάλι καλά που δεν υπάρχει άλλο όχημα δίπλα μας και που δεν χτυπάω πάνω στις προστατευτικές μπάρες! Το ακινητοποιώ σιγά-σιγά και αρχίζω να κινούμαι πλέον με πιο χαμηλή ταχύτητα. Ξαφνικά βλέπω ένα τούρκο ταξιτζή δίπλα μου να με προσπερνάει, φωνάζοντάς μου δυνατά από το ανοιχτό παράθυρο: «Αρκαντάς, γιαβάς – γιαβάς» (φίλε, σιγά – σιγά).

Περνάμε απέναντι, πληρώνουμε στα διόδια και στεκόμαστε στη άκρη δεξιά. Τότε μόνο έχω συνειδητοποιήσω τι αποκοτιά είχα κάνει. Μετά από δέκα λεπτά φεύγουμε για τον προορισμό μας. Ευτυχώς τελειώνουμε σχετικά γρήγορα τη δουλειά μας, αφού πρώτα βέβαια φροντίζουμε να «ενισχύσουμε» με ένα καλό μπαξίσι τον τούρκο υπάλληλο, που μας εξυπηρέτησε.

Σήμερα, 31 χρόνια μετά, σκέφτομαι την αποκοτιά μου και αναρωτιέμαι αν θα τολμούσα να το ξανακάνω.

Γ. Δ. Μυλωνάς

Advertisements