ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΙΟ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 1991 – Παραμονή των Εισοδίων της Θεοτόκου

 

 

Το απόγευμα στις 4 η ώρα φύγαμε από τη Λάρισα για το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου πάνω από το Στόμιο, όπου σήμερα διαμένει μονάζοντας ο άγιος Λαρίσης Θεολόγος. Ενώ έχει αποκατασταθεί από το Συμβούλιο Επικρατείας, η Ιεραρχία του Αρχιεπισκόπου καπετάν Σεραφείμ δεν του επιτρέπει να αναλάβει τα καθήκοντά του στη Μητρόπολη Λάρισας.

Στο αυτοκίνητό μου ο θεολόγος καθηγητής Κων. Χλωρός, παλιός φίλος από τα μαθητικά μου χρόνια στην Κοζάνη, όπου τότε δίδασκε στο Ιδιωτικό Γυμνάσιο του Γιάννη Χριστοφορίδη και μέναμε μαζί στο Οικοτροφείο των Αγίων Αναργύρων (1959). Αυτός έκλεισε και το ραντεβού με το μοναστήρι. Ακόμη μαζί μας ο φίλτατος Χαράλαμπος Κοντός με τη γυναίκα του Μαρία, χριστιανοδημοκράτες και διαπρύσιοι αγωνιστές στα γεγονότα της Λάρισας για την αποκατάσταση του Θεολόγου. Οπαδοί του Ψαρουδάκη, πολέμιοι της μασωνίας και υποψήφιος βουλευτής ο Χαράλαμπος στο ψηφοδέλτιο της Χριστιανικής Δημοκρατίας.

Ξεκινήσαμε με ένα λαμπρό φθινοπωρινό ήλιο του θεσσαλικού κάμπου, περάσαμε τα διόδια και τη μαγευτική κοιλάδα των Τεμπών και λίγο πριν από τη γέφυρα του Πηνειού στρίψαμε δεξιά για το Στόμιο. Ανεβήκαμε τον καλό δρόμο με τις δυο απότομες στροφές και μετά πήραμε ίσιο δρόμο προς Ομόλιο – Στόμιο. Μετά πάλι μια  ανηφόρα για το μοναστήρι. Ευτυχώς ο δρόμος ήταν γνωστός στον Κώστα, που είχε ξαναπάει. Τώρα στενεύει λίγο και παραπάνω δεξιά πάλι, χωματόδρομος καλός και σε δυο χιλιόμετρα νομίζω, φαίνεται το μοναστήρι μέσα στα κιτρινισμένα φύλλα των δέντρων. Φαντάζει μεγαλοπρεπές, φαντασμαγορικό με τους πύργους του σαν εκείνους της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους.

Σταματήσαμε έξω από το μοναστήρι σ’ ένα χώρο ανοιχτό, ξέφωτο, στρωμένο καλά, όπου παρκάραμε το αυτοκίνητο. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, καλύτερα το παραπόρτι. Μπήκαμε καθώς ο ήλιος είχε αφήσει την ημέρα πίσω του και τραβούσε για την ξεκούρασή του. Τα ψηλά δέντρα με τα κίτρινα φύλλα τα ρόδιζε ακόμη. Η θάλασσα κάτω ήρεμη και ήσυχη, θαμπή από το φθινοπωρινό βραδυνό αγιάζι, φαίνεται όμως μέχρι πέρα μακριά. Ώσπου φτάνουν τα μάτια μας. Ακόμη διακρίνουμε καθαρά τα παλιά κάστρα του μοναστηριού. Ή καλύτερα τον περίβολο με την πύλη του, όπου βρίσκονται κτισμένα παλιά αρχιτεκτονικά μέλη από άλλες παλιότερες κατασκευές. Η πρώτη αυλή είναι σήμερα το παλιό πάρκιγκ του μοναστηριού. Περνάμε την πύλη και αμέσως τα μάτια μας καρφώνονται σ’ ένα παλιό-παμπάλαιο κτίσμα. Είναι του 13ου αιώνα, λέει ο Κώστας. Περιεργαζόμενος την τοιχοδομία στους πλαϊνούς τοίχους νομίζω πάει στον 11ο αιώνα. Δεν έχουμε όμως πολύ χρόνο να περιεργαστούμε και να ξεναγηθούμε στο κτίσμα. Ο εσπερινός είχε αρχίσει. Ο Κώστας σιγομιλάει και εμείς ανταποκρινόμαστε στα ίδια.

Προχωρούμε λίγο, κατεβαίνουμε λίγα σκαλοπάτια, ανεβαίνουμε άλλα λίγα και μπαίνουμε σ’ ένα ναό σύγχρονο, μικρό, βολικό. Είναι σταυρειδής με τρούλο, αγιορίτικος θάλεγα. Δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε τα καθίσματα. Ένας μοναχός διακρίνεται στο φως του αναλογίου να ψάλλει τον προοιμιακό, καλύτερα να διαβάζει. Παίρνω θέση αριστερά του και ανάμεσά μας χώνεται ο Κώστας. Σε λίγο ο Κώστας μου κάνει νεύμα να αφήσω τη θέση αυτή και να πάω δεξιά του. Σε λίγο εκεί θα ερχόταν ο Θεολόγος.

Έρχεται ο Θεολόγος και μέσα στο σκοτάδι δεν τον διακρίνω καλά. Ένας γέροντας μ’ άσπρα γένεια, ευθυτενής, κανονικός, με χοντρή μύτη και πλατύ μέτωπο. Ψάλλουμε όλοι μας το «Κύριε εκέκραξα» και στους στίχους ο Δεσπότης αποκαλύπτεται. Η άγια μορφή του φωτίζεται καλύτερα, η γλυκιά και σιγανή φωνή συνεπαίρνει όλους και το περιβάλλον γλυκαίνεται από τους εξαίσιους ύμνους που ακούγονται. Ανάβουν κάποια φώτα και η μορφή του Δεπότη τώρα φωτίζεται καλύτερα. Μου φαίνεται, καθώς τον κοιτάζω, σαν τους παλιούς βιβλικούς γέροντες της Παλαιάς Διαθήκης! Ο μοναχός του αναλογίου αλλάζει για να ψάλλει άλλος. Κάποιοι άλλοι μοναχοί μπαίνουν μέσα στο μυστικοπαθές περιβάλλον και κινούνται σαν μαριονέττες κάνοντας μετάνοιες, υποκλίσεις στο Δεσπότη και προσκυνούν τις άγιες εικόνες. Ακολουθεί το απόδειπνο. Άλλος μοναχός διαβάζει τους ψαλμούς. Γύρω στις επτάμισι τελειώσαμε. Χαιρετάμε το Θεολόγο φιλώντας το χέρι του και κατευθυνόμαστε προς την αίθουσα, το αρχονταρίκι, για συζήτηση.

Μπαίνουμε στην αίθουσα μ’ ένα μεγάλο τραπέζι στη μέση και καθόμαστε σε μια γωνιά. Ο Χαράλαμπος, ο Κώστας, η Μαρία, εγώ και άλλοι δυο άγνωστοι σε μένα. Ο Θεολόγος έρχεται χωρίς να τον πάρουμε είδηση και κάθεται απέναντί μας. Μαζί του και ένας μειλίχιος μοναχός. Ο Κώστας πρώτος παίρνει το λόγο και με γνωρίζει στο Σεβασμιώτατο. Λέει τα σχετικά με την άφιξή μας και πως το όνομά του είχε περάσει τα όρια του νομού της Λάρισας εξαιτίας των γεγονότων τα τελευταία δυο χρόνια στην πόλη της Λάρισας. Συμπληρώνει ότι εγώ είχα διακαή πόθο να τον γνωρίσω εδώ και δυο μήνες που βρίσκομαι στη Λάρισα, καθώς φοιτώ στη ΣΕΛΜΕ της πόλης, τη Σχολή μετεκπαίδευσης, με πολλούς άλλους καθηγητές. Ο Χαράλαμπος μετά τον Κώστα με το χαριτωμένο χιούμορ του παίρνει το λόγο και αμέσως περνάει στο θέμα που καίει. Ποιος δεν επιτρέπει την αποκατάστασή σας, Σεβασμιώτατε, στη Μητρόπολη της Λάρισας σήμερα;

Εκείνος ακούει όλους μας. Δεν μιλάει όμως! Ταπεινά χαμογελάει κάπου–κάπου και μάς κοιτάζει με απορημένο χαμόγελο. Άλλοτε κουνάει το κεφάλι του. Στο τέλος παίρνει το λόγο και διηγείται μια ιστορία από το 1974, λίγο πριν εκδιωχθεί από τη χούντα του Ιωαννίδη.

«Η Σχολή Πολέμου είχε έρθει εκδρομή στην πόλη μας. Τους δεξιώθηκε ο Δήμαρχος Μεσσήνης στο μεγάλο σαλόνι του Δημαρχείου με όλες τις αρχές του νομού. Εκεί ήμουν και εγώ. Τους ενημερώσανε όλοι σχετικά με την πόλη μας και το νομό. Στο θέμα της Εκκλησίας δεν είπαν τίποτε, παρόλο που είχε ζητηθεί νωρίτερα από μέρες σχετικά για τις αιρέσεις και τα ξένα δόγματα στην πόλη μας. Ζήτησα για δυο λεπτά το λόγο και είπα ότι εκκλησιαστικώς η πόλη μας μαστίζεται από δυο επικίνδυνες αιρέσεις: τη μασωνία και τους μάρτυρες το Ιεχωβά. Άστραψαν τα μάτια ολωνών μέσα στην αίθουσα! Κανένας δεν περίμενε τέτοιο λογο! Ο Δήμαρχος αμέσως έφυγε από κοντά μου! Εγώ συνέχισα να μιλάω για τα μεγάλα προβλήματα στην Εκκλησία μας και ιδιαίτερα στην πόλη της Λάρισας. Δυστυχώς λίγες μέρες μετά ήρθε η Συντακτική Πράξη του Σεραφείμ – Ιωαννίδη, όπου 12 αρχιερείς επαύοντο αναπολόγητοι, αδίκαστοι χωρίς καμιά αιτιολογία. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να πω περισσότερα».

Τα μάτια του άστραψαν, το γαλήνιο βλέμμα του σκυθρώπασε, τα δάκτυλά του άρχισαν να παίζουν. Είπαμε και άλλα γύρω από τα πολιτικά, τα εκκλησιαστικά και τα κατορθώματα του Σεραφείμ και των παλικαριών του.

Αργά, γύρω στις 8.30΄, αποχαιρετήσαμε το Σεβασμιώτατο και αναχωρήσαμε από το μοναστήρι για τη Λάρισα. Στο δρόμο και οι τέσσερις αναρωτιόμασταν. Άραγε θα ξαναρθεί στο θρόνο του ο Θεολόγος; Ο Χαράλαμπος μάλλον ήταν σαφής. Φοβάμαι! Όχι.