Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Η επίσκεψή του στην έρημο Σίβα της Αιγύπτου και το πρόβλημα του τάφου του

 

 

Α΄. Εφημερίδα «ΧΡΟΝΟΣ» Κοζάνης. Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 1995.

 Η τρέχουσα επικαιρότητα για την ενδεχόμενη ανακάλυψη του θρυλικού τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην έρημο Σίβα της Αιγύπτου στο ιερό του Άμμωνα Δία δημιούργησε πολλά προβλήματα στους επιστήμονες αρχαιολόγους και ιστορικούς. Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σ’ όλο τον κόσμο και για μια ακόμη φορά ο Μέγας Αλέξανδρος έγινε το πρώτο θέμα. Έτσι ήρθαν και πάλι στην επικαιρότητα παλιά ερωτήματα και μαζί και η διαπίστωση πως τελικά τα λόγια της Γοργόνας ισχύουν και σήμερα. Και γιατί όχι; «Ο Μεγαλέξανδρος ζει και βασιλεύει».

Ας δούμε, λοιπόν, την ιστορία αυτή από κοντά και ιδιαίτερα την επίσκεψη του Μεγάλου Στρατηλάτη στο ιερό του Άμμωνα Δία στην έρημο Σίβα της Αιγύπτου και το πρόβλημα που απασχολεί αιώνες τώρα για το πού τελικά βρίσκεται ο τάφος του.

Είναι γνωστό σ’ όλο τον κόσμο ότι ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν ο μεγαλύτερος κατακτητής όλων των εποχών. Για μας τους Έλληνες και για πολλούς ξένους ιστορικούς ήταν εκείνος που «πέρασε φως σκορπίζοντας σ’ όλη την οικουμένη».

Η περιλάληλη εκστρατεία του Μεγάλου Κατακτητή, όπως τον αποκαλούν οι λαοί της Ανατολής (Μπουγιούκ Ισκεντέρ) ξεκίνησε το 334 π.Χ. από την Πέλλα της Μακεδονίας και αφού διέσχισε τη Μακεδονία και τη Θράκη πέρασε τον Ελλήσποντο και συγκρούστηκε στο Γρανικό ποταμό με τους Πέρσες. Ελευθέρωσε τις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας, κατέβηκε χαμηλότερα στη Λυκία και μετά διέσχισε διαγώνια σχεδόν τη Μ. Ασία και σταμάτησε στο Γόρδιο. Έλυσε το δεσμό δυναμικά και κατέβηκε προς την Κιλικία, όπου για δεύτερη φορά συγκρούστηκε με τους Πέρσες στην Ισσό το 333 π.Χ. και κατέλυσε ουσιαστικά το Περσικό Κράτος του Δαρείου.

Αμέσως μετά, αντί να κατευθυνθεί προς το εσωτερικό του Περσικού Κράτους, όπως αναμενόταν, κατεβαίνει νότια προς την Αίγυπτο περνώντας από τη Φοινίκη. Από εδώ και πέρα αρχίζει το μυστήριο της φυσιογνωμίας και της μεγαλοφυΐας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από τα παιδικά χρόνια η μητέρα του Ολυμπιάδα προσπάθησε να τον πείσει ότι ήταν γιος του Δία και όχι του Φιλίππου! Όταν ξεκίνησε για την εκστρατεία, εκείνη του μαρτύρησε το μυστικό της γέννησής του «το περί την τέκνωσιν απόρρητον», ότι δηλαδή ήταν τέκνο του Δία.

Ο Αρριανός, ένας από τους παλιότερους ιστορικούς του Αλέξανδρου, διηγείται ότι ο νεαρός Στρατηλάτης μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου επιθύμησε να πάει στο μαντείο του Άμμωνα Δία στην έρημο Σίβα. «Επί τούτοις πόθος λαμβάνει αυτόν ελθείν παρ’ Άμμωνα εις Λιβύην». Θέλει να εξιχνιάσει τα λόγια της μητέρας του, αλλά και να πάρει χρησμό από το Θεό, επειδή υπήρχε η φήμη πως το μαντείο ήταν αλάνθαστο. Κατά την παράδοση το μαντείο είχε επισκεφτεί και ο Ηρακλής ο πρόγονός του. Πραγματικά με μια μικρή συνοδεία ξεκίνησε για τα βάθη της δυτικής ερήμου, όπου βρισκόταν το μαντείο του Άμμωνα Δία στην όαση Σίβα.

Η πορεία ήταν οδυνηρή, 1600 στάδια δρόμου μέσα στην έρημο. «Έστι δε ερήμη τε η οδός και ψάμμος πολλή αυτής και άνυδρος». Ο Αλέξανδρος και οι συνοδοί του υπέφεραν πολύ, ώσπου να φτάσουν στο μαντείο. Κατά τη διαδρομή έπεσε άφθονη  βροχή, γεγονός που θεωρήθηκε σημείο θεϊκής εύνοιας. Στους Θεούς ακόμη αποδόθηκε ότι στην πορεία τους στην έρημο σηκώθηκε νότιος άνεμος, που στροβίλιζε την άμμο και εξαφάνιζε τα σημεία, που θα αναγνώριζε ο οδηγός για να τους δείχνει τη σωστή κατεύθυνση. Έτσι κανένα μέσο προσανατολισμού δεν είχαν και «επλανάτο η στρατιά τω Αλεξάνδρω» στους μετακινούμενους αμμολόφους. Τότε σ’ αυτή τη δύσκολη φάση του ταξιδιού δυο φίδια με φωνή ανθρώπου μπήκαν μπροστά στη συνοδεία και οδήγησαν τον Αλέξανδρο προς το Αμμώνειο.

Ο χώρος του μαντείου, αν και περιβαλλόταν από την έρημο, ήταν γεμάτος από ήμερα δέντρα, ελιές, φοινικιές και «ένδροσος μόνος των πέριξ». Υπήρχε και πηγή «Ηλίου Κρήνη», που το νερό της άλλαζε θερμοκρασία στο διάστημα της ημέρας και της νύχτας. Το μαντείο ήταν οχυρωμένο με τριπλά τείχη. Μέσα υπήρχαν τα ανάκτορα των «αρχαίων δυναστών», η γυναικωνίτης αυλή, τα φυλακτήρια του ναού, ο σηκός του Θεού και η Ιερή Κρήνη, όπου στα νερά της εξαγνίζονταν όσα επρόκειτο να προσφερθούν στο Θεό. Το ξόανο του Θεού ήταν στολισμένο με σμαράγδια και πολύτιμους λίθους. Περιφερόταν πάνω σε χρυσό καράβι στους ώμους ογδόντα ιερέων, που ακολουθούσαν την πορεία, που τους έδειχνε το νεύμα του Θεού. Το συνόδευαν πλήθος από παρθένους και παρθένες, που έψαλλαν παιάνες υμνώντας το Θεό.

Ο Αλέξανδρος με τη συνοδεία του μπήκε στο μαντείο, θαύμασε τον περιβάλλοντα  χώρο και στο ιερό ζήτησε χρησμό από το Θεό. Ο προφήτης του Άμμωνα χαιρέτησε τον Αλέξανδρο με έναν παράξενο τρόπο «από του Θεού χαίρειν, ως από πατρός». Δηλαδή: «Να χαίρεσαι από το μέρος του Θεού, σαν από τον πατέρα σου». Ο νεαρός Μακεδόνας ξαφνιάστηκε και ρώτησε αν είχαν διαφύγει οι φονιάδες του πατέρα του. Και  ο προφήτης του αποκρίθηκε πως ο πατέρας του δεν ήταν θνητός! Τότε ο Αλέξανδρος ρώτησε και για το μέλλον του, αν δηλαδή ήταν προορισμένος να κυριαρχήσει στον κόσμο «ει πάντων αυτώ δίδωσιν ανθρώπων κυρίω γενέσθαι». Ο ιερέας του αποκρίθηκε καταφατικά και πρόσθεσε ακόμη πως αποδείξεις της γέννησής του από το Θεό θα ήταν τα σπουδαία κατορθώματά του, γιατί όχι μόνο ως τότε υπήρξε αήττητος, αλλά και στο μέλλον θα ήταν πάντοτε ανίκητος.

Όσα στοιχεία δίνουν οι αρχαίες πηγές για την επίσκεψη του Αλέξανδρου στο Αμμώνειο δεν είναι σαφή και έχουν προκαλέσει πλήθος συζητήσεις και αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις στους νεότερους ιστορικούς. Γύρω από την επίσκεψη αυτή στο μαντείο δημιουργήθηκε με την πάροδο των αιώνων ολόκληρο μυθιστόρημα. Ο Πλούταρχος αναφέρει πως ο Αλέξανδρος έγραψε στην Ολυμπιάδα, στη μητέρα του, ότι μόνο σ’ εκείνη θα έλεγε τι του είχαν πει οι ιερείς του μαντείου. Είναι φανερό ότι θέλησε να συνδυάσει όσα του έλεγε εκείνη από τα παιδικά του χρόνια, «το περί την τέκνωσιν απόρρητον».

Βέβαια ο Αλέξανδρος σε πολλές περιπτώσεις απέδειξε ότι ποτέ δεν θεωρούσε τον εαυτό του Θεό ή γιο του Θεού. Ποτέ δεν απαρνήθηκε το Φίλιππο για πατέρα του, αλλά άφηνε ή και κάποτε επέβαλλε να τον θεωρούν και γιο του Θεού για να «καταδουλώνει τους άλλους». Δηλαδή κινούνταν από πολιτική σκοπιμότητα, πράξη μάλιστα συνυφασμένη ουσιαστικά με την αξίωση των λαών που είχε υποτάξει. Ο πολιτικός υπολογισμός του Αλέξανδρου ανταποκρινόταν λίγο ή πολύ και στις αντιλήψεις των Ελλήνων και ακόμη στην πίστη του ότι η αποστολή του στον κόσμο ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ισοδυναμούσε με θεία αποστολή. Και η αξίωσή του αυτή δεν ήταν κάτι αλλόκοτο στον ελληνικό κόσμο. Τίτλοι όπως «σωτήρες, ευεργέτες, θεοί» υπήρχαν και στην Ελλάδα. Ο Ισοκράτης γράφει στο Φίλιππο, αν κατόρθωνε να υποτάξει το βασιλιά των Περσών, δεν του έμεινε τίποτε άλλο «πλην Θεού γενέσθαι». Ο Αλέξανδρος κατόρθωσε κάτι ασύγκριτα μεγαλύτερο απ’ ότι είχε ονειρευτεί ο Ισοκράτης ο Αθηναίος με την Πανελλήνια Ιδέα.

 Φυσικό, λοιπόν, ήταν να έχει την επιθυμία ή και την αξίωση ένας Θεός ή γιος Θεού να ταφεί δίπλα στον πατέρα του Θεό ή στο ιερό, όπου λατρευόταν ο πατέρας του Θεός. Αλλά γι’ αυτά στην επόμενη συνέχεια.

 

 

Β΄ συνέχεια. Εφημερίδα «ΧΡΟΝΟΣ» Κοζάνης. Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 1995.

Είδαμε στο πρώτο μέρος την επίσκεψη του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο ιερό του Άμμωνα Δία στην έρημο Σίβα της Αιγύπτου μετά τις μάχες στο Γρανικό ποταμό και στην πόλη της Ισσού και την κατάκτηση της Αιγύπτου.

Διακαής πόθος του Μεγάλου Στρατηλάτη ήταν να επισκεφτεί το μαντείο του Άμμωνα Δία για λόγους προσωπικούς αλλά και πολιτικούς. Προσωπικούς για να λύσει το μυστήριο της γέννησης και της καταγωγής του και πολιτικούς για να περάσει στους λαούς ότι οι κατακτήσεις του ήταν θεία αποστολή.

Ακόμη κάτι πολύ ενδιαφέρον από την επίσκεψη του Αλέξανδρου στο Αμμώνειο της όασης Σίβα. Ο Πλούταρχος περιγράφει την επίσκεψη με πολύ μελανά χρώματα και δίνει έξυπνες ερμηνείες. Λέγει, λοιπόν, ότι οι ιερείς του μαντείου περίμεναν τον Αλέξανδρο και τη συνοδεία του στην πύλη για να τους υποδεχτούν. Τους οδηγούν όλους μαζί στην εσωτερική αυλή, όπου ο ίδιος ο αρχιερέας του ναού, ο προφήτης, υποδέχεται το βασιλιά. Τον υποδέχεται, τον χαιρετάει από μέρους του Θεού και τον προσφωνεί σε ελληνική γλώσσα σαν γιο του Θεού. «Ω παιδίος Διός» και προκαλεί κατάπληξη των συνοδών του, ενώ ο ίδιος ο Αλέξανδρος δέχεται με φυσικότητα το χαιρετισμό. Ο Πλούταρχος δίνει βέβαια μια απλή, αλλά πολύ έξυπνη εξήγηση για την προσφώνηση. Ο προφήτης επιθυμώντας να προσφωνήσει φιλόφρονα τον υψηλό επισκέπτη στην ελληνική γλώσσα με τη φράση: «Ω παιδίον Διός», όπως του επέτρεπαν η ηλικία και το σχήμα του, στην τελευταία συλλαβή στη λέξη «παιδίον» λόγω της βαρβαρικής του προφοράς χρησιμοποίησε το ς (σίγμα), αντί του ν (νι).

Μετά ο αρχιερέας οδήγησε τον Αλέξανδρο μόνο του, λέει ο Πλούταρχος, στα ιερά άδυτα του ναού για να του δώσει χρησμό, αφού ήρθε από τόσο μακριά για να ζητήσει. Η συνομιλία τους έγινε στην ελληνική γλώσσα, κανένας όμως δεν έμαθε το περιεχόμενό της. Ο ίδιος ο βασιλιάς πιεζόμενος από τους φίλους του συνοδούς να αποκαλύψει το χρησμό, το μόνο που άφησε να εννοηθεί ήταν ότι ο λόγος του Θεού ήταν ευνοϊκός γι’ αυτόν και ότι έγραψε σχετικά στη μητέρα του Ολυμπιάδα.

Το προσκύνημα του Αλέξανδρου στο μαντείο του Άμμωνα Δία αποτελεί πολύ μεγάλο γεγονός και δημιουργήθηκε, όπως γράψαμε στο πρώτο μέρος με την πάροδο των αιώνων ολόκληρο μυθιστόρημα.

 Η λαϊκή φαντασία και η πολιτική προπαγάνδα του πρόσθεσαν αναμφισβήτητα πολλά φανταστικά στοιχεία, ώστε να μην μπορεί κανείς να διακρίνει με βεβαιότητα πού σταματάει η ιστορική αλήθεια και πού αρχίζει ο μύθος. Βέβαιο είναι ότι ο Αλέξανδρος καθυστέρησε την καταδίωξη του Δαρείου επί αρκετό χρόνο μόνο και μόνο για να επισκεφτεί το μαντείο στην έρημο Σίβα. Να τον οδήγησαν σ’ αυτό μόνο οι μυστικιστικές του ανησυχίες; Λίγο υπερβολικό! Φαίνεται μάλλον πως με την περιπέτειά του στη λιβυκή έρημο ο Αλέξανδρος επεδίωκε και πολιτικούς σκοπούς. Από τη μια απέβλεπε στην ευπιστία των νέων υπηκόων του, που θα το λάτρευαν σα γιο του Θεού, και από την άλλη ήθελε να θυμίσει στους Έλληνες το προσκύνημα του Ηρακλή και του Περσέα στον ίδιο τόπο και να παρουσιαστεί μπροστά τους με τη δόξα των ισοθέων.

Ο Πλούταρχος με οξυδέρκεια παρατηρεί πως ο Αλέξανδρος δέχτηκε τις θρησκευτικές  και φιλοσοφικές δοξασίες του αρχιερέα του Άμμωνα, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινό πατέρα, το Θεό, και ότι οι άριστοι ιδίως αναγνωρίζονται από τον ίδιο σαν παιδιά του. Απέναντι όμως στους Έλληνες συμπεριφερόταν με μετριότητα και συστολή και ποτέ δεν καυχήθηκε για τη θεϊκή του καταγωγή. Και, όταν αργότερα πληγώθηκε από βέλος και ενώ οι φίλοι του έβλεπαν τρομαγμένοι να κυλάει το αίμα από την πληγή του, εκείνος αστειεύτηκε λέγοντας: «αυτό που τρέχει, φίλοι μου, είναι αίμα και όχι ιχώρ, που ρέει στις φλέβες των μακάριων Θεών».

Η περιπέτειά του στην έρημο είχε τελειώσει!

Ο Μεγάλος Στρατηλάτης επέστρεψε στη Μέμφιδα, έκανε θυσίες στους Θεούς, αναδιοργάνωσε τη διοίκηση της Αιγύπτου και ετοιμάστηκε για την καταδίωξη του Δαρείου στα βάθη της Ανατολής. Με την ίδρυση της Αλεξάνδρειας έδωσε μια διέξοδο προς τη θάλασσα και μια αποφασιστική ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα της Αιγύπτου.

Και η Αίγυπτος τι προσέφερε στο Μεγάλο Κατακτητή; Πολλά πρέπει να λύθηκαν στην ψυχή του νεαρού Στρατηλάτη. Πάνω σπ’ όλα η αντίληψη της παγκόσμιας κυριαρχίας κατείχε πια την ψυχή του Αλέξανδρου, όπως τη φαντάζονταν οι Φαραώ. Στο στενό περιβάλλον του κανένας δεν αμφιβάλλει πια ότι ο Αλέξανδρος δε θα σταματήσει μετά την οριστική κατάληψη της Περσίας. Ονειρεύεται να οδηγήσει τους Μακεδόνες στα σύνορα της Οικουμένης. Η επιβεβαίωση της θεϊκής καταγωγής του από τον αιγύπτιο αρχιερέα τον κολακεύει αφάνταστα, έστω και αν, κατά τον Πλούταρχο, τον μεταχειρίζεται μόνο για να «καταδουλώνει τους άλλους».

Ακόμη στις ώρες περισυλλογής του για τη ματαιότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων, όσο λίγες και αν ήταν, ποτέ δε λησμόνησε το ιερό του Άμμωνα Δία και πολύ φυσικό ήταν να έχει την επιθυμία αλλά και την αξίωση ένας γιος του Θεού να ταφεί δίπλα στο ιερό, όπου λατρευόταν ο πατέρας του Θεός. Και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου οι φίλοι του επίγονοι έπρεπε να πράξουν τα «δέοντα» κατά την επιθυμία του. Αλλά για το θάνατό του Μεγάλου Στρατηλάτη και ό,τι άλλο ακολούθησε σχετικά με την ταφή του στην επόμενη συνέχεια.

 

 

Γ΄ συνέχεια. Εφημερίδα «ΧΡΟΝΟΣ» Κοζάνης. Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 1995.

Είδαμε στα δυο πρώτα μέρη με αρκετές λεπτομέρειες την επίσκεψη του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο ιερό του Άμμωνα Δία στην έρημο Σίβα της Αιγύπτου. Η μεγάλη του επιθυμία ήταν να επισκεφτεί το μαντείο για να λύσει κάποιες απορίες του. Και τις έλυσε σύμφωνα με τις αξιώσεις του. Το προσωπικό του πρόβλημα «το περί την τέκνωσιν απόρρητον»  το έχει λύσει ικανοποιητικά και σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας του. Ο αιγύπτιος προφήτης απάντησε θετικά και στην ερώτηση του νεαρού Μακεδόνα, αν θα κατακτούσε όλο τον κόσμο. Και έτσι η αντίληψη της παγκόσμιας κυριαρχίας κατείχε πια την ψυχή του Μεγάλου Στρατηλάτη. Και όπως του προφήτευσε ο ιερέας του Άμμωνα Δία, έτσι και έγιναν τα πράγματα. Η διάλυση του περσικού κράτους ήρθε νωρίτερα απ’ ό,τι περίμενε. Στη μάχη των Γαυγαμήλων διέλυσε τον περσικό στρατό και ανακηρύχτηκε διάδοχος της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Ο Αλέξανδρος προχώρησε μέχρι τον Ινδό ποταμό, στα βάθη της Ασίας χωρίς σοβαρές αντιστάσεις. Έκτισε πολλές πόλεις με το όνομά του, ο Πλούταρχος λέει εβδομήντα (70), και διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό στους λαούς της Ασίας. Ακόμη και σήμερα πολλοί ντόπιοι ασιάτες καυχώνται ότι κατάγονται από το Μέγα Αλέξανδρο.

Γυρίζοντας στη Βαβυλώνα νικητής και τροπαιούχος ετοιμάζει νέα εκστρατεία για την Αραβία. Δυστυχώς όμως! Βάσκανη μοίρα ζήλεψε τη δόξα του Μεγάλου Ανδρός!

Ήταν μια καλοκαιρινή νύχτα του 323 π. Χ. στις 17 του μηνός Δαισίου (αρχές Ιουνίου για μας σήμερα), όταν μετά από μια διασκέδαση δυνατός πυρετός χτύπησε τον Αλέξανδρο. Οι ιστορικοί Αρριανός και Πλούταρχος μάς δίνουν στις αφηγήσεις τους πολλές λεπτομέρειες. Παρόλο που ο πυρετός συνεχιζόταν, ο βασιλιάς είδε τους στρατηγούς και έδωσε τις απαραίτητες οδηγίες για να καταστρώσουν τη νέα εκστρατεία, που ετοίμαζαν. Όρισε μάλιστα και την ημέρα αναχώρησης για τον παράπλου της Αραβίας, την 22 του ίδιου μήνα! Καθώς όμως ο πυρετός δεν έπεφτε, ο Αλέξανδρος ζήτησε να τον περάσουν στην απέναντι όχθη του Ευφράτη, όπου λούστηκε και έκανε τις καθιερωμένες θυσίες. Η κατάσταση χειροτέρευε και ο νεαρός βασιλιάς ψηνόταν στον πυρετό. Στο μεταξύ τον έφεραν στα ανάκτορα, όπου παρήγγειλε στους στρατηγούς να μείνουν στην αυλή, ενώ οι χιλίαρχοι με το στρατό θέλησαν να τον ιδούν για τελευταία φορά. Επειδή όμως η υγεία του ήταν σε οικτρή κατάσταση, οι στρατιώτες θέλησαν οπωσδήποτε να τον ιδούν. Οι περισσότεροι νόμιζαν πως ο βασιλιάς τους είχε πεθάνει και τους το έκρυβαν. Και τότε πραγματοποιήθηκε ο δραματικός αποχαιρετισμός με μια συνταρακτική σκηνή: οι στρατιώτες περνούσαν μπροστά του σε μια ατέλειωτη γραμμή. Εκείνος δεν μπορούσε να τους μιλήσει, τους χαιρετούσε μόνο ανασηκώνοντας το κεφάλι του με πολλή δυσκολία και τους έγνεφε με τα μάτια!

Πέθανε στις 28 του μηνός Δαισίου, καθώς ο ήλιος πήγαινε να βασιλέψει στον ορίζοντα της Βαβυλώνας «φθίνοντος του ηλίου προς δείλην», όπως αναφέρει ο Πλούταρχος. Πριν αφήσει την τελευταία πνοή, στην ερώτηση των εταίρων σε ποιον την «βασιλείαν απολείπει» αποκρίθηκε: «τω αρίστω» και πρόσθεσε ότι «μέγαν επιτάφιον αγώνα ορά εφ’ αυτώ εσόμενον». Ο Αρριανός αναφέρει ότι κυκλοφόρησε η φήμη πως είχε δηλητηριαστεί με φάρμακο, που έστειλε ο Αντίπατρος από τη Μακεδονία. Πολλές άλλες εκδοχές διατυπώθηκαν για τον ξαφνικό θάνατο του Στρατηλάτη. Φαίνεται ότι ο βασιλιάς ταλαιπωρημένος, όπως ήταν ο οργανισμός του, υπέκυψε από ελώδεις πυρετούς ή από τύφο. Ακόμη ο Αρριανός αναφέρει ότι «εβίω δε δύο και τριάκοντα έτη και του τρίτου μήνας επέλαβεν οκτώ», δηλαδή έζησε 32 χρόνια και οκτώ μήνες από το 33 έτος της ηλικίας του. Πολύ συμβολικό βέβαια!

Στο άκουσμα του θανάτου του βασιλιά Έλληνες και βάρβαροι ξέσπασαν σε πρωτάκουστο θρήνο. Το πένθος ξεπέρασε αμέσως τα τείχη της Βαβυλώνας και σαν να ήταν κύμα μιας μεγάλης και απροσδόκητης παλίρροιας ξαπλώθηκε παντού.

Στις 13 Ιουνίου του 323 π. Χ. σταμάτησε για μια στιγμή μαζί με την αναπνοή του Αλέξανδρου και η αναπνοή της ίδιας της Ιστορίας. Κανένας δεν ταυτίστηκε με την παγκόσμια ιστορία όσο ο Αλέξανδρος. Ο Μεγάλος Άνδρας, για τον οποίο είχε γράψει ο Πλούταρχος τον πρωτάκουστο έπαινο ότι θεωρούσε «του νικάν τους πολεμίους το κρατείν εαυτού βασιλικώτερον», δεν υπήρχε πια! Δηλαδή το να συγκρατεί κανείς τον εαυτό του είναι βασιλικότερο από το να νικάει τους εχθρούς. Μετά ήρθε η ρήξη της διαδοχής και η μοιρασιά των κτήσεων, ενώ ταυτόχρονα ακούγονταν οι διαφορετικές απόψεις για την ταφή του.

Το σώμα του Μεγάλου Στρατηλάτη ταριχεύτηκε στη Βαβυλώνα σύμφωνα με τα ήθη και τα έθιμα της μουμιοποίησης των Φαραώ. Χρειάστηκε όμως να περιμένει εκεί δυο χρόνια μέχρις ότου τον δεχτεί η γη! Αλλά ποια γη και ποια χώρα θα τον δεχόταν; Οι στρατηγοί του γνώριζαν την επιθυμία του και την αξίωσή του. Η αργοπορία είχε άλλο λόγο. Χρειάστηκε να κατασκευαστεί για το Μεγάλο Νεκρό ειδική ταξιδιωτική άμαξα. Και ο σεβασμός όλων των στρατηγών για το μεγάλο και δύσκολο ταξίδι του βασιλιά προς την Αίγυπτο, που επιδείχτηκε, έγινε με τη δέουσα επισημότητα και λαμπρότητα. Έπρεπε να γίνει κάτι χωρίς προηγούμενο. Έτσι ετοιμάστηκε με άριστη εργασία μια χρυσή σαρκοφάγος γεμάτη αρώματα, που θα επέτρεπαν την αποσύνθεση του νεκρού. Ο λαός πίστευε ότι το σώμα του είχε τοποθετηθεί μέσα σε μέλι. Πάνω από το φέρετρο ήταν απλωμένο ένα χρυσοκέντητο κόκκινο κάλυμμα και ακόμη τα όπλα του, που έφερε στις μάχες. Αυτό το φέρετρο έπρεπε να τοποθετηθεί στην ειδική αρμάμαξα τέτοιας κατασκευής και τέτοιας τεχνικής ανάλογα με το Μεγάλο Νεκρό και να μεταφερθεί στην Αίγυπτο των Πτολεμαίων.

Αλλά για το μέγεθος της αρμάμαξας και της τεχνικής της για τη μεταφορά του νεκρού στην Αίγυπτο και για την ταφή του καθώς και όσα ακολούθησαν με την επιβίωση του Αλέξανδρου στους Ρωμαίους Αυτοκράτορες στην επόμενη συνέχεια.

 

 

Δ΄ συνέχεια. Εφημερίδα «ΧΡΟΝΟΣ» Κοζάνης. 5 Μαρτίου 1995.

Σήμερα στα τέλη του εικοστού αιώνα μια ελληνίδα αρχαιολόγος αρκετά χρόνια  αγωνίζεται φιλότιμα στην έρημο Σίβα στην τοποθεσία Μαράκι για να ανακαλύψει τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αυτή είναι η κυρία Λιάνα Σουβαλτζή, που φαίνεται ότι κάτι γνωρίζει και κάτι υπολογίζει. Μελετώντας χρόνια την ιστορία για το πού μεταφέρθηκε μετά την Αλεξάνδρεια το σκήνωμα του Μεγάλου Στρατηλάτη κατέληξε ότι κάπου στο Αμμώνειο Ιερό πρέπει να βρίσκεται η τελευταία κατοικία του Μεγαλέξανδρου. Ως τις αρχές του 3ου μ. Χ. αιώνα γνωρίζουμε ότι ο τάφος βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ο αυτοκράτορας Καρακάλλας (187-217 μ.Χ.) είναι ο τελευταίος που επισκέφτηκε τον τάφο του Αλεξάνδρου το 215 στην Αλεξάνδρεια. Ο ιστορικός Ηρωδιανός λέει ότι ο Καρακάλλας εναπέθεσε στη βασιλική σορό τη χλαμύδα, τα δαχτυλίδια, τον ζωστήρα και ό,τι άλλο πολύτιμο είχε πάνω του. Μετά το θέμα του τάφου σκεπάζεται με μια σιωπή, που κράτησε ως τα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα, όταν ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφερόμενος στη ματαιότητα των εγκοσμίων λέει σ’ ένα σημείο μιας επιστολής του: «πού γαρ εστί το σήμα Αλεξάνδρου;».

Εμείς εδώ με τις μικρές μας δυνάμεις θα κάνουμε μια ιστορική υπόθεση και θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε ότι πράγματι η τελευταία κατοικία του Μεγάλου Στρατηλάτη βρίσκεται στην έρημο Σίβα στο ιερό του Άμμωνα Δία, όπως πιστεύει και η κυρία Σουβαλτζή. Η κυρία Σουβαλτζή με τις ανακαλύψεις της ή ο χρόνος θα δείξουν αν επαληθευθεί η ιστορική μας υπόθεση!

Είδαμε στις τρεις προηγούμενες συνέχειες την επίσκεψη του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο ιερό του Άμμωνα Δία στην όαση Σίβα της Αιγύπτου, τη διάλυση του Περσικού Κράτους, την άφιξή του στον Ινδό ποταμό, την επιστροφή του στη Βαβυλώνα και το θανατό του. Στις 13 Ιουνίου του 323 π. Χ. μαζί με την αναπνοή του Μεγαλέξανδρου σταμάτησε και η αναπνοή της Ιστορίας.

Το σώμα του Μεγάλου Στρατηλάτη ταριχεύτηκε και για δυο χρόνια παρέμεινε στη Βαβυλώνα, ώσπου να ετοιμαστεί η μεγαλοπρεπής αρμάμαξα, που θα μετέφερε τη σορό του στην Αίγυπτο. Ο Αρριδαίος, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Διόδωρος Σικελιώτης, ανέλαβε την ετοιμασία της άμαξας και την οργάνωση της πομπής. Η άμαξα ήταν περίπου 5,5 μέτρα μήκος και 4 πλάτος. Ήταν ένα ορθογώνιο, που η κυκλική στέγη του στηριζόταν σ’ ένα περιστύλιο με χρυσούς ιωνικούς κίονες. Οι κίονες ήταν συνδεδεμένοι με χρυσό πλέγμα, όπου υπήρχαν στις τέσσερις πλευρές ισάριθμοι πίνακες με τον Αλέξανδρο καθισμένο στο θρόνο, το στόλο έτοιμο για ξεκίνημα, το ιππικό συντεταγμένο και τους πολεμικούς ελέφαντες. Η θύρα της άμαξας είχε δυο λιοντάρια χρυσά. Η στέγη της ήταν χρυσή και η οροφή της γεμάτη μωσαϊκά. Ψηλά στη στέγη υπήρχε μια νίκη, που κρατούσε χρυσό στεφάνι ελιάς, που έριχνε εκτυφλωτικές ανταύγειες στον ήλιο. Μέσα έγινε ένας θρόνος, όπου τοποθετήθηκε η χρυσή σαρκοφάγος. Ο θρόνος ήταν ένα τετραγωνικό κατασκεύασμα στολισμένο με κεφάλια ελαφιών, με δαχτυλίδια και μια συστοιχία στεφανιών δουλεμένα όλα περίτεχνα με ποικίλα χρώματα. Πάνω στο θρόνο τοποθετήθηκαν κουδούνια για να ηχούν στο δρόμο και να ακούν οι άνθρωποι, απ’ όπου θα περνούσε η βασιλική άμαξα.

Όλα έγιναν τόσο ωραία και χρειάστηκε να στερεωθούν πολύ καλά για να μη διαλυθούν κατά την κίνηση της άμαξας για ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Η μεταφορά έγινε με ισχυρή στρατιωτική συνοδεία. Την άμαξα μετέφεραν εξήντα τέσσερα μουλάρια ζεμένα σε τετράδες και ακολουθώντας το δρόμο από τον Ευφράτη μέσα στη συριακή έρημο προς τη Δαμασκό και από εκεί παρακάμπτοντας την Ιουδαία έφτασε στην Αίγυπτο των Πτολεμαίων. Στη διαδρομή έτρεχαν περίεργοι από τα περίχωρα και πολλοί ακολουθούσαν την πομπή θαυμάζοντας το μεγαλειώδες υπερθέαμα. Τη συνοδεία ακολουθούσαν μηχανικοί και οδοποιοί για να χαράζουν το δρόμο και να «αίρουν» τα εμπόδια.

Στα σύνορα της Αιγύπτου τους υποδέχτηκε ο Πτολεμαίος, που ανέλαβε προσωπικά τη φρουρά της άμαξας και το πολύτιμο φορτίο με τις δυνάμεις του. Στην αρχή η ταφή έγινε στη Μέμφιδα, αλλά γρήγορα ο νεκρός μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια. Έπρεπε  όμως να μεταφερθεί στην όαση της Σίβας στο Αμμώνειο Ιερό σύμφωνα με την επιθυμία του Αλέξανδρου. Εδώ υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα. Γιατί τότε δεν οδήγησαν τη σορό με την άμαξα κατευθείαν στην όαση της Σίβας; Ποιος ήταν ο σοβαρός λόγος που υποχρέωσε τον Πτολεμαίο να θάψει το Μεγάλο Νεκρό στην Αλεξάνδρεια; Ο ιστορικός Διόδωρος γράφει ότι ο Πτολεμαίος: «έκρινε γαρ επί του παρόντος εις μεν Άμμωνα μη παρακομίζει». Επί του παρόντος να μην τον μεταφέρουν στο Αμμώνειο Ιερό. Γιατί όμως;

Ένα πράγμα είναι βέβαιο, ότι για τους αρχαίους, εκείνους τουλάχιστον που ζούσαν στη ρωμαϊκή εποχή, ο τάφος του Αλεξάνδρου βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια. Ο Στράβωνας που ζει στα χρόνια του Χριστού μιλώντας για τα ανάκτορα και τον περίβολο των βασιλικών τάφων λέει συγκεκριμένα: «μέρος δε και των Βασιλείων εστί και το καλούμενον Σώμα, εν ω αι των Βασιλέων ταφαί και η του Αλεξάνδρου». Δηλαδή: « ένα μέρος, όπου είναι τα ανάκτορα βρίσκεται και το ονομαζόμενο Σώμα (Σήμα= Τάφος) μέσα στο οποίο υπάρχουν οι ταφές των Βασιλέων και ο τάφος του Αλεξάνδρου». Την ίδια εποχή επισκέφτηκε ο Αύγουστος την Αλεξάνδρεια και: «το μεν Αλεξάνδρου σώμα είδε και αυτού προσήψατο» λέει ο Δίων ο Κάσσιος. Ο Διόδωρος Σικελιώτης λέει ακόμη ότι ο Αύγουστος άγγιξε τη σορό για να αντλήσει δύναμη και έσπασε ένα μέρος της μύτης του νεκρού.

Τελευταίος αυτοκράτορας που επισκέφτηκε το 215 μ. Χ. τον τάφο του Αλεξάνδρου, όπως γράψαμε παραπάνω, ήταν ο Καρακάλλας. Διακόσια χρόνια σχεδόν μετά απ’ αυτόν κανένας ιστορικός δεν αναφέρεται στο τάφο του Αλεξάνδρου. Στα τέλη του 4ου αιώνα γίνεται μνεία από τον Ιωάννη το Χρυσόστομα, που γράφει σε μια επιστολή του: «πού γαρ εστί το σήμα Αλεξάνδρου;».

Πράγματι μέσα σ’ αυτά τα εκατόν ογδόντα πέντε (185) χρόνια, από το 215 ως το 400, καμιά πληροφορία δεν έχουμε για το θρυλικό τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πουθενά δεν αναφέρεται και ενώ η Αλεξάνδρεια είναι μεγαλούπολη και δέχεται πολλούς και εξέχοντες αξιωματούχους διαφόρων εθνοτήτων, καμία πληροφορία δεν έχουμε ότι κάποιος ενδιαφέρθηκε να επισκεφθεί τον τάφο του Αλεξάνδρου. Τι ακριβώς συνέβη και δεν έχουμε εντελώς καμιά πληροφορία;

Στα χρόνια αυτά στην Αίγυπτο έχουμε φοβερές αναστατώσεις με τις εισβολές των βαρβάρων από την Ασία και την καταστροφή των βασιλικών ανακτόρων με όλα τα προσκτίσματα των Πτολεμαίων. Με την επικράτηση του Ισλάμ η πόλη του Αλεξάνδρου ξανακτίστηκε και στη θέση, όπου άλλοτε ήταν τα ανάκτορα και ο ταφικός περίβολος των Λαγιδών και των ρωμαίων αυτοκρατόρων, σηκώθηκαν τα τεμένη του Προφήτη Μωάμεθ. Και δεν είναι λίγοι οι ιστορικοί και οι ποιητές του Ισλάμ που πιστεύουν πως το «Σήμα Αλεξάνδρου» ίσως βρίσκεται κάτω από κάποιο τέμενος. Οι περισσότεροι ομιλούν για το τέμενος του Nabi Daniel.

Νομίζουμε ότι στο διάστημα αυτό των εκατόν ογδόντα πέντε ετών μεταφέρθηκε η σορός του Μεγάλου Στρατηλάτη στην όαση Σίβα στο Ιερό του Άμμωνα Δία. Οι λόγοι είναι πολλοί και ισχυροί.

 Η αγάπη γύρω από το πρόσωπο του Αλεξάνδρου τα χρόνια αυτά είχε εξελιχθεί σε μεγάλη νοσταλγία σαν να επρόκειτο να αναστηθεί! Ένας αυτοκράτορας μάλιστα λίγα χρόνια μετά τον Καρακάλλα ονομαζόταν Αλέξανδρος και ήθελε να ομοιάσει τον πρόγονό του, όπως ισχυριζόταν. Η αυλή και οι άνθρωποι των ανακτόρων τού είχαν δώσει και μια παραμάνα με το όνομα Ολυμπιάδα. Λίγο αργότερα ένας άλλος αυτοκράτορας ονομάζεται Φίλιππος και ενώ είναι αραβικής καταγωγής, ήθελε και αυτός να συνδέσει το όνομά του με την ανασύσταση της αυτοκρατορίας και τη δόξα της Μακεδονικής Δυναστείας. Και άλλοι αυτοκράτορες βλέποντας τη διάλυση της αυτοκρατορίας πίστευαν ότι μόνο η ανάσταση του Μεγάλου Αλεξάνδρου θα τους έσωζε! Κάποιος, λοιπόν, απ’ αυτούς είναι μάλλον βέβαιο ότι μετέφερε τη σορό του Αλεξάνδρου στο Αμμώνειο Ιερό στην όαση Σίβα, αφού κατασκεύασε νέο ταφικό μνημείο αντάξιο του Μεγάλου Νεκρού.

Περισσότερο όμως πειστικά για τη θέση αυτή, που υποστηρίζουμε, είναι τα νέα ευρήματα της κυρίας Σουβαλτζή, που δίνουν νέα απίστευτη διάσταση στο θρυλικό τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αν και ακόμη δεν έχουν εκτιμηθεί δεόντως μπορούμε να πούμε με κάποια αισιοδοξία ότι τα χρόνια αυτά μεταξύ του 215- 400 μ. Χ. κατασκευάστηκε νέος μεγαλοπρεπής τάφος στο Αμμώνειο Ιερό και μεταφέρθηκε εκεί η σορός του Μεγάλου Ανδρός. Τα ευρήματα χρονολογικά ανήκουν στην ύστερη ρωμαϊκή εποχή κατά την κρίση των ειδικών αρχαιολόγων, αν και η κυρία Λιάνα το αρνείται αυτό. Ο τάφος που ανασκάπτεται είναι απομίμηση μακεδονικού τάφου και οι διαστάσεις του είναι μνημειακές. Τα δυο λιοντάρια, οι φρουροί του νεκρού, ο μεγαλοπρεπής διάδρομος, ο προθάλαμος του νεκρού, τα τρίγλυφα, οι επιγραφές με τα λεγόμενά τους θα λύσουν πολλές απορίες και βασικά ερωτηματικά, που αιώνες βασανίζουν τους μελετητές.

Οι ανασκαφές θα αρχίσουν από την ερχόμενη Δευτέρα και η ακριβής ανάγνωση των επιγραφών θα μας αποκαλύψουν νέα γεγονότα. Ο Μορφωτικός Ακόλουθος στο Κάιρο Κωστής Μοσκώφ λέει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του τάφου του Αλεξάνδρου στην όαση Σίβα. Το ελπίζουμε και αισιοδοξούμε γι’ αυτό. Και τότε ακριβώς η κυρία Λιάνα Σουβαλτζή για το μεγάλο έργο της στην ανακάλυψη του τάφου του Μεγαλέξανδρου στην όαση Σίβα θα περάσει στη χορεία των μεγάλων αρχαιολόγων, όπως ο Μανόλης Ανδρόνικος.

Advertisements